Στην επιστροφή για το σπίτι
πρόσεξα να περπατούν ένας άντρας και μια γυναίκα
αγκαλιασμένοι, και οι δυο, κάτω από μια ομπρέλα
με το ένα της χέρι γύρω από τη μέση του
και το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της
Σε σκέφτηκα…
γιατί περπατούσαν όπως ακριβώς περπατάμε κι εμείς…
όπως περπατούν δυο άνθρωποι που ζητούν ο ένας στον άλλο τη ζεστασιά
κοντά-κοντά
μην επιτρέποντας ούτε το ελάχιστο χιλιοστό της απόστασης να βρεθεί ανάμεσά τους
ούτε καν τον ίδιο τον κόσμο…
Προχωρώντας… πρόσεξα μια οικογένεια να διασχίζει την οδό
Ο άντρας κρατούσε ένα αγόρι στην αγκαλιά του
και η γυναίκα του το χέρι της κόρης τους
Βάδιζαν γρήγορα ανάμεσα στις σταγόνες της βροχής
έως ότου βρουν καταφύγιο μέσα σ’ ένα κατάστημα…
Σε σκέφτηκα…
Σκέφτηκα αυτό που μου έλεγες όταν ήρθαμε να ζήσουμε εδώ
σ’ ένα πλήθος ανθρώπων
με διαφορετικά πρόσωπα, διαφορετικά ονόματα, διαφορετικό τρόπο ζωής
διαφορετικές ελπίδες, διαφορετικά όνειρα
μόνο εμείς θα είμαστε διαφορετικοί… μου έλεγες
Σε σκέφτηκα και αμέσως ζήλεψα
γιατί δεν ξέρω αν θα μπορέσω ποτέ
να κρατήσω το παιδί μας στα χέρια μου
και να τρέχουμε μαζί για να το προστατεύσουμε από τη βροχή
μάλλον, γιατί θα προσπαθούμε να το προστατεύσουμε από τα βλέμματα του κόσμου
που δεν έχουν συνηθίσει να βλέπουν τις εικόνες που τους προσφέρουμε εμείς
Με τις σκέψεις αυτές,
σου τηλεφώνησα
και αναρωτήθηκα αν θα σκεφτόσουν το ίδιο πράγμα μ’ εμένα αν ήσουν στη θέση μου…

Advertisements