Κάθε βράδυ που με ρωτάς… «που θα πάμε, αγάπη μου;» σου ζητώ να περπατήσουμε, να διασχίσουμε τη γέφυρα, να περάσουμε πάνω από τον αυτοκινητόδρομο, πιασμένοι χέρι-χέρι… ν’ αφήσουμε τις λέξεις ν’ ακολουθήσουν την πορεία των αυτοκινήτων ή καλύτερα να τις χρησιμοποιήσουμε ως δόλωμα για να τα σταματήσουμε… Εκεί… πάνω στη γέφυρα μπορούμε ν’ αναμίξουμε τα χρώματα των ρούχων μας από τις θερμές άκρες των δάχτυλών μας. Οι σκέψεις μας θα χαθούν στους ήχους, θα τρέξουν στο παρελθόν… Αυτό θέλω να κάνουμε… Να βαδίσουμε συζητώντας… Να περπατήσω στο πλευρό σου κι εσύ στο δικό μου… Και αν πιστεύεις ότι έχει καλό καιρό… τότε, μπορούμε να βάλουμε στον μάρσιππο τον Λουκά και να τον πάρουμε μαζί μας… Μπορούμε να τον πάρουμε για ν’ ακούσει τις ερωτήσεις μου και τις απαντήσεις που μου δίνεις όταν κοιτάζουμε τον ουρανό και τα άστρα… Μα όταν κουραστώ, τότε θα τον πάρεις εσύ στη πλάτη σου… Βάζω στοίχημα πως η γέφυρα δεν θα αντέξει το βάρος μας… την πίεση της αγάπης που αισθανόμαστε και θα καταρρεύσει… Λες να μη το επιχειρήσουμε;
Πάμε, τότε, μια βόλτα στο τετράγωνο… μια σύντομη βόλτα… Να τυλιχτούμε στο ίδιο παλτό και να περπατήσουμε στους δρόμους της πόλης με διάθεση τουρίστα που έρχεται για να εξερευνήσει και να φωτογραφίσει… Να περπατήσουμε και σε κάθε βήμα μας να διαμορφώσουμε ένα βασίλειο για τρεις… για εμάς και τον Λουκά… Να μιλήσουμε για όλα όσα ποθήσαμε και μπορέσαμε να πραγματοποιήσουμε αναμιγνύοντας σε σωστές ποσότητες τη σφοδρή επιθυμία και την τρυφερότητα της αγάπης… Σε κάθε στροφή, σε κάθε γωνία θ’ αφήσουμε και από μια μνήμη… Μέχρι να γυρίσουμε πίσω θα έχουμε αφήσει όλες τις μνήμες με τις οποίες συγκρουστήκαμε στα σκονισμένα σεμινάρια των δικών μας για το τι είναι σωστό και τι λάθος…
Ντύσου ζεστά… Ίσως, τελικά, το αεράκι να μην είναι τόσο αθώο όσο το βλέπεις… ίσως να θελήσει να επιβραδύνει τον ρυθμό μας… τις κινήσεις μας… ν’ αρνηθεί να μας δώσει ρυθμό… Συμβαίνει αυτό καμιά φορά με τον αέρα… Είναι ικανός να αναστατώνει μόνο τις μπούκλες σου ή να τρέχει ανταγωνιστικά, παράλληλα με τις σκέψεις μας, να βάζει σημεία στίξης στις σιωπές μας… και τίποτα περισσότερο…
Έλα να βαδίσουμε σαν τους μεθύστακες… κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο, με τις άκρες των μπουκλών σου να μπαίνουν μέσα στα μάτια μου, μόνο και μόνο για να με αναγκάσουν να δακρύσω…
Α! Και πρόσεχε τις λάσπες!

Advertisements