Στέκομαι μπροστά στο καθρέφτη και βουρτσίζω τα δόντια μου… γυμνός… Πάνω στη απόλυτα γυμνή σάρκα μου, σταγόνες νερού κυλούν βιαστικά… Δεν έχουν περάσει περισσότερα από πέντε λεπτά από τη στιγμή που βγήκα από το μπάνιο… Στέκεσαι πίσω μου… λίγα βήματα πίσω μου, κοντά στην πόρτα… Κοιτάζω την αντανάκλασή σου στον καθρέφτη… Είσαι ομορφότερος απ’ ότι σε θυμόμουν… δευτερόλεπτα πριν που σε είδα να περπατάς στο διάδρομο με σκοπό να έρθεις κοντά μου… Μια θαμπάδα σκεπάζει τα μάτια μου… Κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται στην απουσία των φακών επαφής… Φοράω τα γυαλιά που περιμένουν υπομονετικά, κάθε μέρα…
Φιλάς το αυτί μου… Φορώντας τα γυαλιά, σχεδόν αμέσως, ενισχύω την εικόνα σου… Τινάζεις τις μπούκλες σου και μου χαμογελάς επιστρατεύοντας όλη την γοητεία σου… Σου χαμογελώ σαν ηλίθιος… Χρώματα και εικόνες αναβοσβήνουν τη στιγμή που τα στόματά μας ενώνονται και τα χείλια μας για λίγα λεπτά γίνονται οδοντόβουρτσες, σαν αυτή που κρατώ στο χέρι μου… Φιλάς τον ώμο μου, τα τρυφερά χείλια σου γλιστράνε στα ρηχά του περιλαίμιού μου…
Με πειράζεις σαν ζιζάνιο… Μπορώ να μυρίσω στην ανάσα σου το εξασθενημένο άρωμα της τσίχλας που μασούσες… Ξεκινώ άλλη μια προσπάθεια να πλύνω τα δόντια μου… Η οδοντόκρεμα που κρατώ στο στόμα μου προσπαθεί να με πνίξει…
«Ξύπνησες νωρίς…», ψιθυρίζεις…
Τα δάχτυλά σου μπλέκονται στα μαλλιά μου… Είσαι τόσο καλός… στοργικός… Μια σκέψη να βρεθώ ανάμεσα στα πόδια σου ή εσύ ανάμεσα στα δικά μου πόδια, περνάει στιγμιαία από το μυαλό μου… Αναστενάζω…
«Εσύ ξύπνησες αργά, μωρό μου…», μουρμουρίζω…
Οι λέξεις καλύφθηκαν και γκρίνιαξαν πίσω από το παχύ στρώμα οδοντόκρεμας … Παρεμποδίστηκαν μέσα στο στόμα μου…
«Άλεξ, δεν θέλω να κουράζεσαι…», κλαψουρίζεις… Τυλίγεις τα χέρια σου γύρω από τη μέση μου… «… ξέρεις πόσο ενδιαφέρομαι για σένα…», μου λες…
«Ναι…», λέω…
Ακουμπώ στο νεροχύτη… Τα δάχτυλά μου πιάνουν τα δάχτυλά σου… Τρέμεις… Θα μπορούσες να έτρεμες από το κρύο… αλλά για όλα φταίει η αγάπη… Σε κρατώ σφικτά στην αγκαλιά μου…

Advertisements