Σε κοιτάζω,
από τη γωνία της κορυφής του τραπεζιού
όπου μ’ έχεις βάλει να καθίσω

(ή καλύτερα εκεί που με άφησες)

δίπλα από το βάζο με τις ορχιδέες
που μου έφερες για δώρο πέντε ημέρες πριν
Οι αντιστάσεις μου χαλαρώνουν

(όχι πως είχα ποτέ τον έλεγχο)

Μέσα στο δωμάτιο αυτό
βρίσκεται ο μισός μου κόσμος

(ο άλλος μισός είναι δίπλα, στο δωμάτιο που κοιμάται ο Λουκάς)

Τα δάχτυλά σου χτυπούν τα κλειδιά της πόρτας
σαν να είναι κουδουνίστρα
Ο τρόπος που με κοιτάζεις

(όπως κι εγώ)

με κάνει να σε αντιμετωπίσω γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι
ντροπαλά
Κλείνω τα μάτια μου, παίζω τις βλεφαρίδες μου
χάνομαι στο σκοτάδι

(κι όμως συνεχίζω να σε βλέπω. Είσαι αυτός ανάμεσα στις μικρές κόκκινες κουκίδες, σωστά;)

Πλησιάζεις και απρόσεκτα πάνω στο φιλί, δαγκώνω τα χείλια σου

(Σε πόνεσα; Αιμορραγείς;)

Τραβώ προς τα πίσω τις μπούκλες σου
σταματώντας τις να πέφτουν πάνω στους ώμους σου
Είδες; Μόλις τώρα, κατάφερα να εξωραΐσω την ομορφιά του προσώπου σου
χωρίς να χρησιμοποιήσω όμορφα στολίδια
Τις γιρλάντες που κόστισαν πολύ θα τις αφήσω για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο

(εντάξει, όχι τόσο πολύ… αλλά αρκετά… σχεδόν)

Μου προσφέρεις να φάω την καρδιά ενός μαρουλιού από το σάντουιτς που αγόρασες
Την καταπίνω με μια γουλιά κόκκινου κρασιού

(Χωρίς να θέλω να θέσω θέμα… γιατί το μαρούλι να χρειάζεται μια καρδιά;)

Σου ψιθυρίζω πως είμαι δικός σου
Σε ονοματίζω κατακτητή και κύριο μου
Και μετά
Εσύ, δεν μένεις στα λόγια
και με κάνεις δικό σου… πραγματικά

Advertisements