Προτού καλά-καλά ξυπνήσω κι ανοίξω τα μάτια μου, μπορώ ν’ ακούσω τις σταγόνες της βροχής να χορεύουν στη σοφίτα χτυπώντας τις καστανιέτες τους στα ξύλινα πατώματα, τα οποία βρίσκονται ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου… Αναρωτιέμαι αν αυτό που ακούω είναι σύνθεση της χθεσινοβραδινής, πρόσφατης καταιγίδας ή κάτι νέο που συμβαίνει αυτή τη στιγμή… Ανασηκώνομαι… Από το παράθυρο μπορώ να δω το νερό να χύνεται από τη σκεπή… Σηκώνομαι για τα καλά και ρίχνω ένα βλέμμα έξω… Η βροχή έχει καλύψει τα πάντα στο μπαλκόνι, έχει μουλιάσει τα παλιά ξύλινα παραθυρόφυλλα που κάνουν δεύτερη καριέρα ως διαχωριστικά κι έχει συγκεντρωθεί στα αυλάκια που κυλούν έξω, στο δρόμο… Κρατάω τα μάτια μου για μια στιγμή κλειστά και με φαντάζομαι κι εμένα βρεγμένο… Επιστρέφω δίχως δεύτερη σκέψη στο κρεβάτι και χώνομαι κάτω από τα σκεπάσματα… Γυρίζω, κυλιέμαι προς την αγκαλιά του μωρού μου, το οποίο και φιλώ στο πάνω μέρος… στη κορυφή του κεφαλιού του…

Δεν θα μπορούσα να είμαι οπουδήποτε αλλού σήμερα το πρωί εκτός από το κρεβάτι μου… Ακούω τη βροχή… κι αναρωτιέμαι τι ώρα είναι… Τα σύννεφα έχουν σταματήσει τη πρόσβαση του φωτός του ήλιου και την έκχυσή του στο χώρο, όπως συνέβαινε όλες τις ημέρες του καλοκαιριού που προηγήθηκαν… Η αλλαγή του καιρού, όσο περιστασιακή κι αν είναι, με σπρώχνει να συμμετάσχω σε παιχνίδια άλλου τύπου… Γλιστρώ το χέρια μου κάτω από τα σκεπάσματα και πάνω στο κορμί του… Δεν έχει ξυπνήσει ακόμα, αλλά βρίσκω καλή την αφορμή να καυλώσει πρωί-πρωί μ’ ένα μου άγγιγμα…

Η μουσική της βροχής μου θυμίζει θόρυβο που κάνει ένας εργάτης μισόγυμνος, ενάντια στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, όταν αντικαθιστά τα σπασμένα κεραμίδια στη σκεπή. Μ’ αρέσει να καυλώνω με τον δικό μου, ξεχωριστό τρόπο… Βάζω στην άκρη τη διάθεσή μου να παρασυρθώ και πάλι παρέα με τον Μορφέα κι αφήνω τα χέρια μου να περιπλανηθούν πάνω στο κορμί του… Ανιχνεύω τα πόδια του, τα μπούτια του… την υφή του υφάσματος του σλιπ του… Περιμένω μια αντίδραση από μέρους του ώστε να βρω μια προσιτή θέση για τις καλοσχεδιασμένες ερωτικές μου επιθέσεις… Η πρόσκληση αργεί… πολύ… Περιμένοντας την απόκρισή του, τον πλησιάζω, τοποθετώντας σε άλλες μοίρες τη θέση του κορμιού μου σε σχέση με το δικό του… Γλιστρώ ένα μου δάχτυλο στο στόμα του, σαρώνω τα χείλια του και τα χωρίζω, ακούγοντας τον να αναπνέει λίγο πιο βαθιά… Μετά, αφήνω και τα δυο μου χέρια να επιτεθούν σ’ ένα σημείο ανάμεσα στα πόδια του… σ’ ένα τόπο που θέλω ν’ αγγίξω όσο τίποτα άλλο…

Θέλω να παίξω με τον πούτσο του, αλλά κι αυτός να μη τσιγκουνευτεί… Θέλω να χύσει μια… δυο… φορές… Θέλω να διασκεδάσω, αλλά να διασκεδάσει κι αυτός στη προσπάθειά του να κάνει πραγματικότητα κάθε τρελή σκέψη που περνάει από το μυαλό μου… Για παράδειγμα, τώρα εγώ θέλω να γαμηθούμε… Να γαμηθούμε κάπως… απίστευτα… Το κορμί μου διατηρεί την ευελιξία και ευκαμψία που είναι απαραίτητη όταν ζητάς ν’ αλλάζεις θέσεις… και να προχωράς μπροστά…

Ο ήχος της φωνής του μου θυμίζει απαγγελία στίχων από ραψωδό… Μου λέει όλα αυτά που πρέπει ν’ ακούσω αυτή την ώρα, εκτός από μια ερώτηση… που δεν θέλω ν’ ακούσω:

«Πότε είπαμε θα πας για δουλειά;»

Ανεβαίνω στο κορμί του, σαν αρχαίος καβαλάρης, κερδίζω με τον ιδρώτα μου τη θέση, και θάβω το πρόσωπό του πότε στα σκεπάσματα και πότε στα μαξιλάρια… Τυλίγω τα χέρια μου γύρω του κρατώντας τον σφικτά, ενώ τον ακινητοποιώ καρφώνοντάς τον με τους αγκώνες μου… Και οι δυο ανασαίνουμε βαριά μέχρι να ξεμπερδέψουμε και να ξαπλώσουμε ο ένας δίπλα στον άλλο πιασμένοι χέρι-χέρι…

Η βροχή συνεχίζει να πέφτει…

«… δεν ξέρω καν τι ώρα είναι…», του απαντώ…

Advertisements