Μετά τη δουλειά, κάθομαι στο απέναντι καφέ, και περιμένω το μωρό μου να έρθει να με πάρει… Αφηρημένος, κοιτάζω το δρόμο και παρατηρώ τους ανθρώπους που πάνε κι έρχονται… παρέρχονται… ασταμάτητα, μηχανικά… Πίνω μια γουλιά από τον καφέ μου και ηρεμώ… βυθίζομαι, μάλιστα, πιο πολύ στις σκέψεις μου, φτάνοντας στο σημείο όχι πια να σκέφτομαι, αλλά να ονειροπολώ…

Η μυρωδιά των κρουασάν -ολόφρεσκων, κατευθείαν από το φούρνο- έρχεται στα ρουθούνια μου και μου θυμίζει κάποια από τα συνηθισμένα πρωινά μας στο κρεβάτι… μου θυμίζει τον λαθραίο τρόπο που σηκώνομαι για να μη τον ξυπνήσω μέχρι να ν’ ανοίξει τα μάτια του και δει το δίσκο με το πρωινό να τον περιμένει στο κομοδίνο…

Μόνο τότε, μ’ ένα φιλί στο μέτωπο, σηκώνεται και με κοιτά μ’ ένα πλατύ χαμόγελο… Μερικές φορές δεν καταφέρνω να μη κάνω θόρυβο και τον καταλαβαίνω που με κοιτά με μισόκλειστα μάτια, δήθεν πως κοιμάται, προσπαθώντας να κρύψει το πονηρό του χαμόγελο… Έχει παίξει αρκετές φορές το ρόλο αυτό…

Στη συνέχεια, ξαπλώνω και πάλι στο πλάι του, χώνομαι κάτω από τα σκεπάσματα, αν και το ζεστό του κορμί είναι ικανό ν’ αυξήσει τη θερμοκρασία του δικού μου… Τα χείλη του φιλούν το λαιμό μου, ενώ τα χέρια του με τραβάνε πάνω του… Στηρίζεται στο κορμί μου καθώς ξυπνάει σιγά-σιγά και ξεκινάμε με λίγο έρωτα, τρώμε μπουκιές από τα κρουασάν και μετά κάνουμε λίγο έρωτα περισσότερο…

Σκέφτομαι και χαμογελώ μονάχος, τάχα πως διαβάζω κάτι αστείο στο iPad… Σηκώνοντας το βλέμμα και ρίχνοντας το έξω, στο δρόμο… η καρδιά μου σταματά… ξαφνικά… Μου φάνηκε πως είδα το μωρό μου να έρχεται… να πλησιάζει από την απέναντι πλευρά του δρόμου… Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν για λίγο, μιας και ένα λεωφορείο που πέρασε, τα χώρισε… άδοξα… Ναι, ήταν αυτός μ’ αυτό το βλέμμα… το βλέμμα που με σημαδεύει σαν τατουάζ βαθιά μέσα μου… Σ’ ένα χώρο που έχει παγώσει από το κρύο, παγώνω κι εγώ…

Που έχει πάει;

Άμυαλα, σηκώνομαι… ρίχνω σε κέρματα το αντίτιμο του καφέ στο τραπέζι και φεύγω… Είμαι έτοιμος για μια αναζήτηση… μια αναζήτηση που δεν θα διαρκέσει πολύ, παρά μόνο ελάχιστα λεπτά… μιας και τον βλέπω να κάθεται σε μια καρέκλα, μεταλλική, λουσμένη στο φως του ήλιου. Τι βλάκας που είμαι! Ούτε που τον είχα δει προηγουμένως να περνάει το δρόμο. Πίστεψα ότι ίσως να χάθηκε κι αυτός… Να! Κάθεται σ’ ένα από τα εξωτερικά τραπέζια…

Κάθομαι δίπλα του… Αισθάνομαι τη ζεστασιά από το βιαστικό περπάτημά του… Αισθάνομαι τη δύναμή του… Γέρνω προς τον ώμο του και μυρίζω το άρωμά του… Γλιστράει το χέρι του στο πόδι μου και μου ψιθυρίζει ότι επέλεξε να καθίσει έξω για να μας δει λιγάκι ο ήλιος… Με την αίσθηση του χεριού του στο κορμί μου, ξαναβλέπω τις ευχάριστες ερωτικές μας εμπειρίες ν’ αναβοσβήνουν μπροστά στα μάτια μου… εμπειρίες ανακατεμένες από το παρελθόν, το παρόν… σκέψεις για το μέλλον…

Παραγγέλνω έναν ακόμη καφέ, για να δείξω στον σερβιτόρο ότι δεν είμαι μόνος πια, αλλά με το μωρό μου.

Advertisements