Πρωινοί ήχοι. Η φωτεινότητα πιέζει τα κλειστά βλέφαρα ν’ ανοίξουν…

Το ανήσυχο κι έμπειρο χέρι του σηκώνεται μοιράζοντας απλόχερα αγγίγματα, πειράγματα και χάδια…

Τα μάτια μην αντέχοντας άλλο τη πίεση του φωτός, ανοίγουν…

Έρχομαι αντιμέτωπος με το πρόσωπο ενός αγγέλου, όχι από εκείνους με τα μακριά πυρόξανθα μαλλιά, αλλά απ’ αυτούς, τους γήινους με τις αμέτρητες μπούκλες στα μαλλιά, τα πεινασμένα μάτια και τα σαρκώδη χείλη…

Οι ακτίνες του ήλιου χαράσσουν διαγώνιες γραμμές στο ξεσκέπαστο, γυμνό στήθος του…

Η ανάσα είναι γλυκιά, ζεστή και υγρή… Υγρά είναι και τα χείλη. Υγρή είναι και η γλώσσα…

Έχοντας ξυπνήσει για τα καλά, αποφασίζω να μετακινηθώ… επιδιώκω την εγγύτητα με το κορμί του… έρχομαι πιο κοντά του μυρίζοντας την μοσχοβολιστή παρουσία του…

Απλώνω το χέρι μου μέχρι ένα από τα δάχτυλά μου αγγίξουν τα χείλη του…

Το γεύεται…

Το πιπιλίζει, το γλείφει…

«Είσαι έτοιμος για δουλειά;», με ρωτάει…

Χαμογελώ πλατιά…

Γνωρίζει πως είναι επιρρεπής στη καθυστέρηση…

Κουρνιάζω σαν κουτάβι την αγκαλιά του…

Τα μαλλιά του με σκεπάζουν σαν χάδι

Το στήθος του χαϊδεύει το στήθος μου

Ξαφνικά, περιβάλλομαι από μια ασυνήθιστη ζεστασιά… τη ζεστασιά του…

Σηκώνω το κεφάλι μου…

Τα χείλη χωρίζουν στα δυο

Τα μάτια κλείνουν…

Φιλιόμαστε… πολύ… μια αιωνιότητα…

Πρωινοί ήχοι. Η φωτεινότητα πιέζει ξανά τα κλειστά βλέφαρά μου

«Καλή σου ημέρα…», μου ψιθυρίζει

Advertisements