Είναι ένα φωτεινό, φθινοπωρινό απόγευμα που όμως εύκολα μπορείς να το παρεξηγήσεις και να το περάσεις για καλοκαιρινό, ρίχνοντας μια απλή ματιά στα ιδρωμένα πρόσωπα όσων στέκονται μπρος, πίσω και πλάι μου στην αποβάθρα περιμένοντας το συρμό να έρθει… Θα μπορούσα να περπατήσω, μιας και το σπίτι μου απέχει ελάχιστα τετράγωνα μακριά από το κέντρο της πόλης, έλα όμως που μ’ αρέσει να κατεβαίνω στα υπόγεια!

Ακόμη και με τα ακουστικά στα αυτιά, μπορώ ν’ ακούσω το τρένο να πλησιάζει… Ο ήχος του μάλιστα γίνεται πιο έντονος καθώς προσεγγίζει το σταθμό… Τη στιγμή που περνούν με ταχύτητα από μπροστά μου τα βαγόνια νιώθω ένα κύμα ζεστού αέρα να με χτυπάει και να με συμπαρασύρει… Ο συρμός σταματάει. Οι πόρτες ανοίγουν, κι εγώ γλιστρώ μέσα… σ’ ένα βαγόνι σχεδόν αδειανό… Στέκομαι με τη πλάτη και συνεχίζω ν’ ακούω το επόμενο τραγούδι στα ακουστικά μου… Ο συρμός ξεκινάει… Φεύγει από το σταθμό και η κίνησή του επηρεάζει τη σταθερότητά όσων βρισκόμαστε μέσα σε περίπτωση που δεν προβλέψαμε να κρατηθούμε από κάπου… Απολαμβάνω την αίσθηση αυτού του ιδιόρρυθμου λικνίσματος στις ράγες καθώς ο συρμός τρέχει με ταχύτητα και κάνει βουτιές μέσα στις στοές, κάτω από τη κίνηση των δρόμων της πόλης…

Ακούγοντας μουσική, βρίσκομαι σ’ ένα δικό μου… κόσμο… Όμως αισθάνομαι, και σύντομα παρατηρώ, ένα έντονο βλέμμα να με κοιτάει… Απομακρύνω το δικό μου βλέμμα και παρατηρώ αδιάφορα τις ονομασίες των σταθμών, και μ’ ενδιαφέρον τον κόσμο που μπαίνει στο βαγόνι όταν οι πόρτες ανοίγουν… Σύντομα όμως το επιστρέφω στον άγνωστο που επιμένει να με κοιτά… Τον πιάνω, μάλιστα, να βαδίζει προς το μέρος μου μειώνοντας την απόσταση που μας χωρίζει… Σε λίγο, μπορώ να αισθανθώ την θερμότητά του, ανταγωνιστική ως προς αυτή του ήλιου… Στην επόμενη στάση, το ξαφνικό φρενάρισμα, μας μετατοπίζει όλους από τις θέσεις μας κάνοντάς μας να λυγίσουμε ελαφρώς προς τα εμπρός… Τα δάχτυλά μας σχεδόν ακουμπούν… Αναρωτιέμαι για ποιο λόγο, μέσα σ’ ένα αδειανό βαγόνι, αποφάσισε να έρθει και να σταθεί τόσο κοντά μου… Αν βρισκόμουν σε καμία γωνία, θα ερχόταν με το έτσι θέλω στην αγκαλιά μου ώστε να ξεκουραστεί στον ώμο μου; Αναρωτιέμαι κι άλλα… πολλά…

Οι στάσεις μέχρι το σπίτι λιγοστεύουν… Στεκόμαστε πλάτη ο ένας στον άλλο… Δεν έχουν περάσει παρά μόνο ελάχιστα λεπτά, κι όμως αισθάνομαι σαν να έχει περάσει ολόκληρη ημέρα… Φτάνοντας στη στάση μου, βγαίνω από το βαγόνι και ρίχνω μια ματιά πίσω μου… Το χαμόγελο στο πρόσωπό του, χαράσσεται στον εγκέφαλό μου λίγο προτού κλείσουν οι πόρτες…

Βαδίζοντας προς το σπίτι δεν είμαι σίγουρος τι μέρα είναι… Θα μπορούσε να είναι Πέμπτη ή μήπως Κυριακή; Δεν ξέρω… Ούτε να θυμηθώ που είναι το σπίτι μου δεν μπορώ… Θυμάμαι όμως έντονα το δέρμα του σ’ ένα χρώμα που με κάνει να σκεφτώ ότι ο ήλιος έκανε πολύ καλά το έργο του… Το στέρνο του ήταν διάσπαρτο με φακίδες… Τα μαλλιά του ήταν μαζεμένα με στέκα… χαλαρά τοποθετημένη στη κορυφή του κεφαλιού του… Τα μαλλιά του ήταν μακριά κι ανέμιζαν κάθε που οι πόρτες άνοιγαν κι έκλειναν…

Α! Αυτό που θυμάμαι πιο πολύ ήταν η κολόνια που φορούσε…

… Κολόνια Μυρτώ… με άρωμα ανθισμένης πασχαλιάς…

Advertisements