«Υπάρχουν τόσες πολλές επιλογές…», λέει…

Καθώς μου μιλάει επιλέγει και ένα διαφορετικό λουλούδι… Ούτε ο ίδιος δεν ξέρει τι να μου προτείνει… Πιάνει το ένα, αφήνει το άλλο…

«Αυτό είναι για το πάθος, εκείνο για την αγάπη…», λέει…

«Μη κουράζεστε… Είμαι τόσο κλασικός όταν πρόκειται ν’ αγοράσω λουλούδια… Τριαντάφυλλα θα πάρω…», λέω…

Κοιτώ τον τρόπο που ξεχωρίζει τα τριαντάφυλλα και πως αυτά μετακομίζουν στα χέρια του μετά τη διαδικασία επιλογής…

Το ανθοπωλείο είναι από τα πιο παλιά της πόλης. Πίστευα πως είχε κλείσει μετά από τόσα χρόνια. Απ’ εδώ έπαιρνε λουλούδια και ο πατέρας στη μητέρα μου… Εδώ γνώρισε και η κόρη του φούρναρη τον κηπουρό της καρδιάς της, ο οποίος τελικά την σκότωσε, κι αυτή είναι μόνο μια από τις πολλές φλογερές, ερωτικές ιστορίες που λέγονται από στόμα σε στόμα από τότε που ήμουν μικρός…

Δεν υπήρχε κανένας λόγος να περάσω από εδώ… Μόνο η περιέργεια και η έκπληξη που θέλω να κάνω στο μωρό μου… Όχι. Ψέματα λέω… Ο συγκεκριμένος ανθοπώλης ήταν ο κλασικός, από τους πρώτους, πλατωνικός έρωτας της προεφηβικής μου ηλικίας. Νόμιζα… δεν ξέρω πως και γιατί… ότι τα λουλούδια τα πωλούσαν μόνο οι πρίγκιπες για να ξελογιάσουν τις πριγκίπισσες. Τι κουτό!

«Μια ντουζίνα θέλεις;», ρωτάει…

«Μια… τι;», ρωτάω…

«Δώδεκα; Δώδεκα να σου βάλω;», ρωτάει…

«Α, ναι!», απαντώ…

«Ή αφηρημένος είσαι, ή πολύ ερωτευμένος…», μου λέει και με χτυπάει μ’ ένα τριαντάφυλλο στο μέτωπο…

Κάποια από τα πέταλα ξεφεύγουν και κάνουν τσουλήθρα στη μύτη μου και κάτω απ’ αυτή…

Ρίχνω το βλέμμα μου χαμηλά…

«Χαλάλι το τριαντάφυλλο για ένα ντροπαλό άντρα…», λέει…

Κι εγώ κοκκινίζω πιο πολύ από τα ροζ τριαντάφυλλα, πιο πολύ ακόμα και από τα κόκκινα… Αισθάνομαι τη γραμμή που κύλησαν τα πέταλα πάνω μου υπερβολικά ζεστή… Παρακολουθώ τα δάχτυλά του να ξετυλίγουν το χρωματιστό περιτύλιγμα και σε χρόνο μηδέν να ετοιμάζουν την ανθοδέσμη… Στο τέλος δένει και μια κορδέλα γύρω από τους μίσχους… Ακουμπάει το χέρι του στον πάγκο εργασίας και μου προσφέρει την ανθοδέσμη με το άλλο…

«Είσαι έτοιμος…», λέει…

Απλώνω το χέρι μου και την δέχομαι… την παίρνω και φέρνοντάς την στη μύτη μου τη μυρίζω…

«Μη μυρίζεις ποτέ μια ανθοδέσμη προτού την προσφέρεις, μαραίνονται τα λουλούδια της… δεν το ξέρεις;», ρωτάει… και απλώνει το χέρι του για να μου την πάρει…

Αισθάνομαι τα δάχτυλά του ζεστά… σκληρά από τη δουλειά… πληγωμένα από τα αγκάθια… φθαρμένα… Κι όμως τα δάχτυλα αυτά έχουν την ικανότητα ν’ αγγίζουν και να παράγουν τόσο όμορφες συνθέσεις…

«Είναι όμορφη;», ρωτάει…

«Όμορφος είναι…», απαντώ…

«Για την ανθοδέσμη ρώτησα…», μου λέει…

«Είναι ό, τι πρέπει για τον πιο όμορφο άντρα του κόσμου…», του λέω…

Μου επιστρέφει την ανθοδέσμη και νιώθω το δάχτυλό του να τυλίγεται γύρω από το δικό μου… σχηματίζοντας ένα χαλαρό κόμπο…

Τον κοιτώ στα μάτια γεμάτος ερωτήματα… δίχως όμως να μπορέσω να μιλήσω…

«Το ξέρω…», μου λέει… «… το ξέρω»

Advertisements