Θυμάμαι εκείνο το καλοκαίρι… που πήγαμε στο νησί, ακολουθώντας πιστά μια οικογενειακή παράδοση να συγκεντρωνόμαστε όλοι οι συγγενείς έστω και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ώστε να συσφίξουμε τις σχέσεις… Όποιος τόλμαγε να μη πάει γνώριζε εκ των προτέρων ότι οι υπόλοιποι μπορούσαν μέχρι και να τον αποκηρύξουν…

Ήταν η πρώτη φορά που θα σε γνώριζαν…

Θυμάμαι, κάναμε ηλιοθεραπεία στην παραλία… Είχα αλείψει με αντηλιακή κρέμα το κορμί σου, τρίβοντας κυρίως τα μπούτια σου ακόμα και κάτω από ένα τσιγγούνικο, στενό μαγιό που φορούσες… Καθώς γλιστρούσα τα δάχτυλά μου κατά μήκος της σπονδυλικής σου στήλης, ένιωσα ένα ρίγος… Αναρωτήθηκα αν υπεύθυνο γι’ αυτό ήταν ένα δροσερό αεράκι… Το χέρια μου έτρεμαν… Κι ενώ η ώρα περνούσε, σου ήρθε η ιδέα να βγάλουμε τα μαγιό μας και να κάνουμε ηλιοθεραπεία γυμνοί… μπρούμυτα… Μου είπες ότι τα σημερινά αγόρια δεν ρίχνουν ούτε ματιά πλέον σε κάποιον που δεν έχει ένα καλό μαύρισμα… Και θυμάμαι που μου πρότεινες να μπούμε σε μια διαδικασία αγώνα, θαλάσσιου αγώνα… Όποιος θα έχανε θα έβγαζε το μαγιό του άλλου…

«Εντάξει;», με ρώτησες…

Εννοείται ότι η κούρσα στη θάλασσα ήταν ένα ναυάγιο προσωπικό για μένα… Έφτασες στις σημαδούρες που ήταν το σημείο τερματισμού με ευκολία… πολύ πριν από μένα… Κι όταν έφτασα, λαχανιασμένος, μου συμπεριφέρθηκες όπως ο μούτσος που καλωσορίζει το καράβι όταν πιάνει λιμάνι… Μόνο άγκυρα δεν μου πέταξες… Μετά, ξάπλωσες ανάσκελα στην επιφάνεια του νερού με το ζωηρό χρώμα του ήλιου στο στήθος σου ως δόλωμα για τα μάτια μου… Γύρισες το κεφάλι σου και μου είπες:

«Έχασες… Και τώρα θα χάσεις και το μαγιό σου…»

«Με τίποτα. Χάνεις το χρόνο σου…», σου είπα…

«Δεν μπορείς να εξαπατάς τόσο ξεδιάντροπα…», μου είπες…

«Θα μπορούσε να είχα νικήσει εγώ…», σου είπα…

«Με τίποτα…», μου είπες και χτύπησες τα χέρια σου στο νερό…

Ήξερες. Ήξερα ότι ήταν αλήθεια… Βούτηξα ολόκληρος κάτω από το νερό και μέχρι να αναδυθώ στην επιφάνεια, έβγαλα το μαγιό. Ήταν τόσο εύκολο για μένα… Με το βαφτιστικό μου κουστούμι, πλέον, άρχισα να κολυμπώ κλοτσώντας τα κύματα που στο κάτω-κάτω δεν μου έφταιγαν και τίποτα…

Ισχυρίστηκες ότι το νερό, έτσι ζεστό που ήταν, ερέθισε τις ρόγες μου… και όχι μόνο… Άρπαξα το μαγιό που είχε αρχίσει να απομακρύνεται και κολύμπησα μέχρι να φτάσω πίσω στην παραλία… Στα μισά της διαδρομής γύρισα να σε κοιτάξω… Μ’ ακολουθούσες… Φτάσαμε σχεδόν την ίδια στιγμή στην ακτή… Ψέματα. Πάλι εσύ έφτασες πρώτος… Κι όταν βγήκες από την θάλασσα οι σταγόνες του νερού έσταζαν στο κορμί σου… Η ώρα των μεγάλων αποφάσεων είχε φτάσει. Λίγο θάρρος έπρεπε μόνο να πάρω… Με τα δυο χέρια κολύμπησα μέχρι το σημείο που τα κύματα χτυπούν την αμμουδιά… Και μετά σηκώθηκα… Και δεν ήμουν ο μόνος… Μαζί μου είχε σηκωθεί και ο πούτσος μου σαν απομίμηση της σημαδούρας που γύρω – γύρω της κολυμπούσαμε λίγο πριν… Δεν μπορούσα να σε βλέπω να με κοιτάς καθώς σε πλησίαζα… Έπεσα στην άμμο, μπρούμυτα. Ο πούτσος μου καρφώθηκε κάνοντάς με να βγάλω ένα μεγαλοπρεπές Άουτς από το στόμα…

Μου πέταξες μια πετσέτα να σκουπιστώ κι αμέσως άγγιξες το κορμί μου… την πλάτη μου…

«Ώρα ν’ αποκτήσεις κι εσύ ένα καλό μαύρισμα…», μου είπες… ψιθυριστά…

Ακούμπησες το πηγούνι σου στον ώμο μου κι άφησες το χέρι σου να κάνει ένα γύρο πάνω μου… Γέμισες ξανά και ξανά την χούφτα σου με αντηλιακό, αλείφοντάς το στο δέρμα μου…

«Πρέπει να βεβαιωθώ ότι δεν θα καείς…», μου είπες

Τα δάχτυλά σου πίεζαν και έτριβαν τη σάρκα μου… Έτσι όπως στεκόσουν είδα τον πούτσο του σηκωμένο όπως ποτέ δεν τον είχα δει πριν… Ήξερα ότι έφταιγε ο ήλος, αλλά αισθάνθηκα τη θερμοκρασία ν’ ανεβαίνει… Γύρισα το κεφάλι μου για να σε κοιτάξω…

Τα χείλη μας συναντήθηκαν…

Η μητέρα μου κοιτούσε… από μακριά…

Advertisements