Παντρεμένοι με την έλξη, περπατάμε πιασμένοι χέρι – χέρι… Κάπου – κάπου, κυρίως στις ανηφόρες, τον πιάνω και από το μπράτσο… Γέρνω το κεφάλι μου στον ώμο του σαν ένα άλλο ηλιοβασίλεμα… Μοιραζόμαστε ματιές, φιλιά… Τα χείλια μας κολλάνε… Σε κάποιες στάσεις, σηκώνει το βλέμμα του και κοιτάζει τον ουρανό… Δείχνει σαν να βρίσκεται κάπου αλλού… σαν οι σκέψεις του να περιπλανιούνται γιατί δεν υπάρχει ένας εγκέφαλος να τις προσκαλέσει…

Τον σκουντάω και μου χαμογελάει… Πίνει μια γουλιά από το μεταλλικό κουτάκι της Coca Cola και το στόμα του γεμίζει αφρούς… Μου χαμογελάει και με ψεκάζει με το σάλιο του, όπως οι πρώτες σταγόνες βροχής το φθινόπωρο… Τελειώνουμε την ημέρα έτσι όπως ακριβώς την ξεκινήσαμε… Μ’ ένα φιλί… Συνδράμω το πάθος του με το δικό μου πάθος… Βαδίζουμε στο σκοτάδι. Ο δρόμος μπροστά μας φωτίζεται σαν να υπάρχει στον ουρανό μια πανσέληνος… Στα πλαίσια των περικοπών τόσο η συχνότητα όσο και η ένταση του δημόσιου φωτισμού είναι περιορισμένες…

Ακολουθούμε την ίδια πάντα πορεία που θα μας έφερνε πιο κοντά στο σπίτι σε σύντομο σχετικά χρόνο… αν δεν χαζεύαμε στο δρόμο… αν δεν επιβραδύναμε το βηματισμό μας μετά από κάθε δελεαστική επαφή των χειλιών μας… μετά από κάθε βούρτσισμα των γλωσσών μας… Τα μάγουλά του αλλάζουν χρώμα σαν κάποιος να τα έβαψε μ’ ένα ρουζ, κόκκινο, όπως το χρώμα του κρασιού…

Ανοίγω την αγκαλιά μου για να του δείξω ότι είναι ευπρόσδεκτος. Οι λέξεις αρνιούνται να σχηματίσουν προτάσεις… Διστάζουμε να διαβούμε την πόρτα της εισόδου… Αντ’ αυτού, σκαρφαλώνουμε σ’ ένα σκαλοπάτι… Κάθομαι και τον βάζω να καθίσει στα γόνατά μου…

«Είναι μια όμορφη βραδιά…», παρατηρεί…

«Δρόσισε… γι’ αυτό…», του λέω και τον δαγκώνω στον αγκώνα… Τα λόγια μου σκαρφαλώνουν στα αυτιά του και μπαίνουν μέσα σαν κάτι περισσότερο από έναν ψίθυρο…

Το φεγγάρι ζωγραφίζει το δέρμα του μ’ ένα χρυσό φως που κλέβει κάθε ανάσα μου…

Παραδίδομαι στη βαθύτατη επιθυμία μου, χάνοντας κάθε ελπίδα για αυτοσυγκράτηση…

Τα δάχτυλά μου βυθίζονται στα μαλλιά του…

Τα χείλια μας μετά από μια μικρή παύση ενώνονται ξανά…

«Σ’ αγαπώ…», ψιθυρίζω…

«Ναι… Το ξέρω…», μου λέει

Τα χείλια του παίρνουν το σχήμα του χαμόγελου. Κλέβω την τελευταία γεύση τους…

Μπαίνουμε στο σπίτι…

Advertisements