Και…

και…

Έχω τόσα πράγματα που θέλω να σου πω… για να κρατήσεις τον ήχο της φωνής μου μέσα σου… Αλλά το χέρι σου με κρατά σφικτά, με τραβάει μέσα σου… μέσα σου… μέσα σου… Θ’ αργήσω στη δουλειά…

Καλά… Κράτησέ με…

Κράτησέ με στην αγκαλιά σου…

Αλλά σφίξε με, σφίξε με όσο πιο δυνατά μπορείς…

Για να έχω μια δικαιολογία… για να μη φύγω…

Κοίτα πως αλλάζω…

Από άντρας γίνομαι έφηβος…

… παιδί…

… βρέφος…

Αχ! Δεν μπορώ να περπατήσω…

Τώρα έχω άλλη μια δικαιολογία για να μη φύγω…

«Γιατί δεν φεύγεις;», με ρωτάς

*Γιατί με κρατάς σφικτά, χαζούλη*

«Γιατί μ’ αγαπάς και δεν μ’ αφήνεις να φύγω…», απαντώ…

«Και τις άλλες μέρες γιατί φεύγεις;», με ρωτάς

«Για να σ’ αφήνω να ανασαίνεις…», απαντώ…

Και με σφίγγεις, με σφίγγεις… με σφίγγεις με περισσότερη δύναμη

Έως ότου χάνομαι μέσα στην αγκαλιά σου, κάτω από τα σκεπάσματα…

Σε αφήνω να με κρατήσεις

Να με κρατήσεις

Υπολογίζω τις ώρες…

Οκτώ ώρες την ημέρα

Πέντε μέρες την εβδομάδα

Σαράντα ώρες μακριά σου

Και είναι Ιούλιος… ένας μήνας που η σάρκα αποζητά την σάρκα…

Κι εσύ είσαι πολύ μικρός για να το καταλάβεις

Κι εγώ είμαι πολύ ερωτευμένος για να το αγνοώ…

… είμαι πολύ ερωτευμένος για να κολυμπώ στην παλίρροια σου τα βράδια και ν’ αναγκάζομαι να βγαίνω στην ακτή τα πρωινά για να φεύγω…

Στην πρώτη ευκαιρία που χαλαρώνεις, ξεφεύγω και σηκώνομαι…

Έχεις προλάβει ήδη να λεκιάσεις τα μάγουλά μου με σάλια

Έχεις προλάβει ήδη να μου δανείσεις όλα όσα χρειάζομαι να έχω μαζί μου στη δουλειά…

Σηκώνομαι, αλλά στέκομαι…

Στέκομαι και σε κοιτώ…

Με το βλέμμα σου μου υπόσχεσαι την τέλεια «καταστροφή»

Πέφτω πάνω σου…

«Γιατί επέστρεψες;», με ρωτάς…

«Γιατί σ’ αγαπώ…», απαντώ…

«Γιατί;», με ρωτάς…

«Γιατί όχι;», σε ρωτώ…

Advertisements