… ακούγοντας τον ήχο των κλειδιών στη πόρτα, γυρίζει το κεφάλι του… Επέστρεψα… Με χαιρετάει μ’ ένα χαμόγελο… Πετάω με ταχύτητα προς την αγκαλιά του… λαχταρώντας να θερμανθώ από την ανάσα του… από τον ίδιο τον πυρήνα της καρδιάς του…
Μια ώρα και κάτι μετά… βρίσκομαι απέναντί του στο τραπέζι κοιτάζοντας αμήχανα αλλά με επιμονή το άδειο πιάτο… Ο ήλιος παίζει περίεργα παιχνίδια ανάμεσα στα σύννεφα αλλάζοντας χρώματα…
«Σήμερα μου έλειψες περισσότερο από ποτέ…»
Χαϊδεύω τις μπούκλες του και μυρίζω τη μυρωδιά του κορμιού του… τη μυρωδιά που είχα στερηθεί για εννιά ολόκληρες ώρες… Αποκρίνεται μ’ ένα φιλί… μ’ ένα φιλί του οποίου η διάρκεια και το πάθος δεν μπορεί να μετρηθεί… Η γλώσσα του χορεύει μέσα στο στόμα μου, συναντάει τη δική μου και ανταλλάσουν γνώμες για γεύσεις… Την τραβάει αργά προς τα έξω… Θαρρώ πως και η δική μου γλώσσα σύρεται έξω μαζί με τη δική του… σαν να μου την τραβάει…
Πλησιάζω το στόμα μου στο αυτί του… Αφήνω ψιθύρους πάνω στο δέρμα του…
«Δεν σου χρειάζεται πια η μπλούζα που φοράς…»
Σηκώνεται και γελώντας προσγειώνεται στην αγκαλιά μου… Δεν προλαβαίνω να τον αρπάξω… πέφτουμε στο πάτωμα μαζί…
Αγγίζοντάς τον… Αγγίζοντάς με… καταλαβαίνουμε και οι δυο… συνειδητοποιούμε πως είμαστε καυλωμένοι… Τα κορμιά μας είναι ιδρωμένα σαν να πέσαμε σε λίμνη… σε μια λίμνη ιδρώτα… Κοιτάζουμε επίμονα ο ένας τον άλλο δίνοντας πριμ στη σιωπή…
Κάνω τη πρώτη κίνηση… Αρπάζω το πρόσωπό του… το φέρνω κοντά μου και γλιστρώ πάνω του, απαλά, τα χείλια και τη γλώσσα μου… Επίσης, τα χέρια μου γλιστράνε μ’ άλλο τρόπο πάνω στο κορμί του βγάζοντας του σιγά-σιγά τα ρούχα… Λίγο αργότερα όλα τα ρούχα του γίνονται μια σωρός στο πάτωμα… Μάλιστα η προσγείωσή τους ακολουθείται από ένα δυνατό γδούπο… Σύντομα και οι δυο είμαστε γυμνοί αγγίζοντας ο ένας τον άλλο με πάθος…
Ξεκινάμε… γεμίζοντας την πρώτη ώρα του απογεύματος.

Advertisements