Σε κοιτάζω. Κοιμάσαι ήρεμα. Ήρεμα; Ίσως… Το σκοτάδι της νύχτας είναι φίλος σου, ήταν πάντα φίλος σου. Όταν γνωριστήκαμε μου είχες πει πως ζεις την νύχτα και κοιμάσαι την ημέρα. Το αντίθετο απ’ ότι κάνω εγώ Ανοίγω την κουρτίνα για να κοιτάξω το φως του φεγγαριού, το φως που χαϊδεύει το γυμνό σου στήθος και το ζωγραφίζει, το κάνει να φαίνεται χλωμό. Μια ιριδίζουσα ζωγραφική φτιαγμένη από τον χορό του φωτός και της σκιάς. Σκιές… φωτοστέφανο στο κεφάλι σου. Το φως… χρωματίζει και τα ευαίσθητα φτερά σου που με προστατεύουν. Πάντα πίστευα πως οι άγγελοι είναι πλάσματα της αγνότητας και της αθωότητας. Και τώρα που κοιμάσαι φαίνεσαι τόσο αθώος, είσαι σαν άγγελος και δεν με ενδιαφέρει αν τα όνειρά σου είναι σκληρά ή πρόστυχα. Θεωρώ υπεύθυνο τον εαυτό μου, είσαι ένα μωρό, έχω κλέψει την αγνότητα της καρδιάς σου. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ θέλω να σε αγγίξω, να αισθανθώ την θερμότητα του σώματός σου. Φοβάμαι πως θα σε ξυπνήσω, σε κούρασα πολύ σήμερα, δεν θέλω να ενοχλήσω τον ήρεμο ύπνο σου, μοιάζεις σαν άγγελος, πάντα μου άρεσαν οι άγγελοι… Το φεγγάρι φωτίζει το πρόσωπό σου, είσαι άραγε τόσο ικανοποιημένος όσο εγώ; Σιωπώ… Βάζω τις ωτοασπίδες στα αυτιά μου, ξαπλώνω δίπλα σου, ο ήχος των αυτοκινήτων που περνούν δεν θα με ξυπνήσουν. Βγάζω τους φακούς επαφής, όλα γύρω μου θαμπώνουν, δεν έχω ανάγκη, μου φτάνει που σε αισθάνομαι δίπλα μου, μου φτάνει που σε αγγίζω και νιώθω τον θώρακά σου να κινείται πάνω-κάτω. Προσπαθώ να συγχρονίσω την αναπνοή μου με τον ρυθμό που χτυπάει η καρδιά σου. Σκύβω, σε φιλώ στο μέτωπο, σου στέλνω την αγάπη μου…

Advertisements