Ήταν ο πιο τέλειος εναγκαλισμός, όπως και να το έβλεπες.

Τα άκρα μας φαινόταν σαν να είχαν λιώσει, κρεμασμένα πάνω στα κορμιά, όχι από φόβο μήπως κάποιος από τους δυο μας σηκωθεί και φύγει, αλλά από τη συνήθεια να παραμένουμε αγκαλιασμένοι μετά από κάθε ερωτική μας επαφή, ικανοποιημένοι, έχοντας την επίγνωση του γεγονότος που έχει προηγηθεί, είτε σε καθιστή θέση, είτε ανάσκελα στο κρεβάτι. Η αγκαλιά αυτή πιστοποιούσε κατά κάποιο τρόπο πόσο σημαντική είναι για μένα η παρουσία του στη ζωή μου.

Με τα χέρια μας τυλιγμένα γύρω από τα κορμιά, τα στήθη μας πίεζαν το ένα το άλλο και γεύονταν με υπερβολή την επιδερμίδα της ύπαρξής μας, τις σκληρές, έτοιμες να εκραγούν ρόγες και την τελειότητα. της γυμνασμένης, ιδρωμένης σάρκας. Τα δάχτυλά μου κολλούσαν σαν βεντούζες πάνω του καθώς τα χείλη μου  άφηναν πλήθος μικροσκοπικών φιλιών κυρίως στο πρόσωπό του. Τα νύχια του έξυναν το δέρμα μου, υπενθυμίζοντας διακριτικά στα νεκρά κύτταρα τη ματαιότητα της ύπαρξής τους. Τα δάχτυλά μου χάιδευαν την πλάτη του, τη σπονδυλική του στήλη όπως ένας αρπιστής που τεντώνει τις χορδές του μουσικού του οργάνου για να δημιουργήσει μουσική.

Έχοντας τυλιγμένα τα πόδια μου γύρω από το κορμί του, μπορούσα ν’ ακούσω τις τυμπανοκρουσίες της καρδιάς του, οι οποίες ανήκαν αποκλειστικά σ’ εμένα… μια-μια… Είναι πολύ ωραία ν’ ακούς ένα τόσο σημαντικό όργανο του ανθρώπινου οργανισμού να εκφράζει όλα όσα αισθάνεται για σένα…

Με τον ίδιο τρόπο που τα κορμιά μας ήταν αγκαλιασμένα, αγκαλιάζονταν και οι γλώσσες μας αναμιγνύοντας τα σάλια μας ξανά και ξανά και ξανά… Φαινόμασταν σαν να μοιραζόμασταν την ίδια ανάσα… οι αναπνοές μας έβγαιναν από τα στόματα μας με συγχρονισμό. Ακόμα και οι σφυγμοί μας είχαν συγχρονιστεί. Αν ο δικός μου έτρεχε με μεγαλύτερη ταχύτητα, επιτάχυνε κι ο άλλος και η διαφορά αμέσως καλύπτονταν. Οι καρδιές πάντα τα βρίσκουν μεταξύ τους όταν οι άνθρωποι αγαπιούνται πραγματικά…

Τα μάτια του, μοναδική πηγή έμπνευσης, ήταν βυθισμένα στα δικά μου… Στο χρώμα τους υπήρχε, όπως πάντα, μια υποψία καταιγίδας, γι’ αυτό ήταν πιο σκοτεινά…

Ένιωθα σαν να είχε περάσει μια αιωνιότητα, αλλά δεν είχαν περάσει λίγα μόνο λεπτά…

“Εγώ ….”, ήταν η πρώτη λέξη που ξεστόμισε πάνω μου είχα ξεχάσει τον ήχο της φωνής του και τη δύναμη που ασκεί συνειδητά στον εγκέφαλό μου. Ξαφνικά, αισθάνθηκα να καυλώνω ξανά. Προσπάθησα να φέρω πιο κοντά μου το κορμί του, γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν είναι κοντά και πάντα υπάρχει ελπίδα για βελτίωση.  Μπορούσα να αισθανθώ την ενέργεια κουλουριασμένη μέσα στο κορμί του. Αισθάνθηκα ως ένα προστατευτικό τείχος.

“Χρειάζομαι …”, είπε, σε μια προσπάθεια να ολοκληρώσει τη φράση που είχε ξεκινήσει να λέει. Κατάλαβα ότι προσπαθούσε να μου πει τι χρειάζεται. Φίλησα με πάθος τα χείλια του σαν να ήθελε να τα στραγγίσω από τα υγρά τους.

“Τι;”, ρώτησα…  παραμένοντας κρεμασμένος στην αγκαλιά του…

“Ένα ποτήρι νερό…”, μου απάντησε… πάνω που είχα αρχίσει να πιστεύω ότι και γι’ αυτόν δεν είχε τίποτα άλλο σημασία από το να φτάσει η αγκαλιά αυτή σ’ ένα υψηλότερο επίπεδο τελειότητας.

Στον απόηχο της έκφρασης της δίψας του, τα χείλη μας συναντήθηκαν ξανά, σε μια προσπάθεια να επιμηκυνθεί ο χρόνος της διάρκειας της αγκαλιάς… έστω και για λίγα λεπτά ακόμη.

Advertisements