Μια βροντή ακούγεται από μακριά, από απόσταση… Ανοίγοντας το παράθυρο μπορώ να μυρίσω τον ερχομό της βροχής… Το καλοκαίρι κάνει ένα βήμα πίσω και μπαίνει στην αναμονή… Όχι, δεν έχει τρελαθεί ο καιρός, η αλλαγή αυτή είναι ένα φυσιολογικό καιρικό φαινόμενο… Το κορμί μου ανταποκρίνεται και γίνεται ένα με την ηλεκτρική ενέργεια που υπάρχει στον αέρα… Κλείνω το παράθυρο προτού ν’ αρχίσουν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες της βροχής…
Το μωρό μου στέκεται στο μπαλκόνι και καπνίζει ένα τσιγάρο
(Το κόκκινο χρώμα του ουρανού, ανταγωνίζεται το γκρίζο των σύννεφων)
Οι μπούκλες του ανεμίζουν και σκεπάζουν το πλαίσιο των μάγουλών του… Άλλη μια αστραπή γίνεται ορατή… μίλια μακριά… Μετρώ τα δευτερόλεπτα μέχρι ν’ ακούσω τη βροντή… Κινούμαι προς τη μπαλκονόπορτα… Η ανάγκη μου να βραχώ είναι έντονη… το απαιτεί το κορμί μου…
Στέκομαι σε απόσταση, απέναντί του… Τον κοιτάζω… Η μύτη του δείχνει τον ουρανό καθώς φυσάει προς τα έξω τον καπνό του τσιγάρου… Βαδίζω προς το μέρος του με επιφύλαξη… αργά… υπομονετικά… σιωπηλά… Μια βροντή σπάει τη σιωπή…
«Μάλλον θα βρέξει… Θα έρθεις μέσα;», του προτείνω…
Περπατάει με ελαφρύ βηματισμό και με ακολουθεί κλείνοντας τη μπαλκονόπορτα πίσω του… Κάθομαι σε μια καρέκλα και τον κοιτάζω… Με πλησιάζει… καθυστερώντας… κάνοντας συνεχείς στάσεις έως ότου φτάσει κοντά μου…
Η ζώνη γλιστράει από κάθε στήριγμα του παντελονιού του… Κατεβάζει το φερμουάρ του παντελονιού του με το άλλο χέρι… Με μια μικρή αλλαγή του αέρα, κάποιες ψιχάλες βροχής μαστιγώνουν τα τζάμια… Χαμηλώνω το κεφάλι μου και χαϊδεύω την άκρη του πούτσου του με την άκρη της γλώσσας μου… Αισθάνομαι ένα ρίγος, σαν να με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα…
Ταξιδεύουμε μαζί στον δρόμο της ηδονής…
Η βροχή καλύπτει τα τζάμια, καλύπτοντάς μας… κρύβοντάς μας…
Ξαφνικά, από το πουθενά (καθώς φυτεύομαι σταθερά στην αγκαλιά του) ακούμε ένα τραγούδι από αυτά που χρησιμοποιώ για να του δηλώνω την αγάπη μου… Ακούγεται μόνο η μουσική ενώ οι στίχοι εξασθενημένα… Τους τραγουδώ εγώ βάζοντάς τους στα αυτιά του… στο μυαλό του… στο κορμί του…
(Μιχάλη, Μιχάλη, θύελλες παρασκευάζουν τα μάτια σου…)
«Σ’ αγαπώ…», του λέω…
«Σ’ αγαπώ…», επαναλαμβάνω άλλη μια φορά και με τα δυο μου χέρια τον κρατώ σφικτά…
Μια βροντή ακούγεται… μέτρα, χιλιόμετρα μακριά…

Advertisements