… πλησίασα κοντά του, πολύ κοντά, ασφυκτικά κοντά… και τον τράβηξα στην αγκαλιά μου. Τύλιξα το κορμί του με τα χέρια μου, τα τύλιξα γύρω από τη μέση του και τον κράτησα σφιχτά, εξασφαλίζοντας ότι ακόμα κι αν χαλαρώσω το σφίξιμο δεν θα φύγει από τα χέρια μου, δεν θα εξαφανιστεί. Η μητέρα μου λέει ότι συμπεριφερόμαστε στον άνθρωπο που αγαπάμε όπως ακριβώς στα παιχνίδια που μας έδιναν όταν ήμασταν μικροί.

Ακούμπησα απαλά τα χείλη μου πάνω στα δικά του -σκοτάδι ήταν, θυμάμαι- και του ψιθύρισα: «Τι θα έκανες αν ξεκινούσα να σου λέω ξανά πόσο πολύ σ’ αγαπώ;»

Η ανάσα του σταμάτησε στιγμιαία στο λαιμό του με το που ολοκλήρωσα την πρότασή μου.

«Ξανά; Αλήθεια;»

«Βαριέσαι, ε;»

«Ε…»

«Κι αν το έκανα; Αν ξεκινούσα να σου λέω με περισσότερη ειλικρίνεια…»

Τα λόγια που προκάλεσαν ένα σάλο στην καρδιά του. Πως το ξέρω; Μα, αφού το άκουσα! Άκουσα την καρδιά του να χτυπά διαφορετικά, δυνατά. Ίσως να συνειδητοποίησε, να του έκανε εντύπωση το πόσο σημαντικό είναι να σε αγαπάει κάποιος και μάλιστα περισσότερο και από τον ίδιο του τον εαυτό. Με σταθερή εκπνοή, με την ανάσα μου να χαϊδεύει το μάγουλό του, τον αγκάλιασα ακόμα πιο σφιχτά, περιμένοντας την απάντησή του. Τα δάχτυλά μου γλίστρησαν γύρω από το λαιμό του και καθοδήγησαν το κεφάλι του προς τα χείλη μου. Κοιτώντας τον στα μάτια, του ψιθύρισα: «Σ’ αγαπώ πάρα πολύ».

Τα μάτια του φωτίστηκαν. Μου χαμογέλασε…

«Ώστε μ’ αγαπάς, ε;»

«… και σ’ αγαπώ και είσαι απαραίτητος στη ζωή μου»

«Πόσο απαραίτητος;»

«Όσο ο ήλιος στα λουλούδια»

Μου έσφιξε το χέρι… τρυφερά…

«Όσο το φεγγάρι και τα αστέρια στο σκοτάδι. Γιατί για μένα είσαι το φως. Γιατί κάνεις τη ζωή μου πιο φωτεινή και πιο όμορφη. Γιατί με γεμίζεις θαυμασμό και με μαγεύεις»

«ΟΚ… Εντάξει»

Αναστέναξε.

«Τι;»

«Είναι να μη ξεκινήσεις…»

«Μα δεν ξεκίνησα καν…»

Advertisements