Μ’ ένα σου φιλί κάνεις μια παύση στην γεμάτη ενθουσιασμό φλυαρία μου… Συναντώ το βλέμμα σου… Τα μάτια σου, σκούρα καφέ, μοιάζουν κατά κάποιο τρόπο με κάστανα ψημένα στη θράκα…

«Γιατί δεν μ’ αφήνεις να μιλήσω;», σε ρωτώ…

«Γιατί… έτσι…», μου απαντάς…

Ο χάλυβας στη φωνή μου δεν κρατάει κανένα πρόσχημα απέναντι στη δική σου που έχει καλυφθεί από βελούδο… Σε ρωτώ με το ύφος που συνήθως χρησιμοποιώ με τους υφιστάμενους και τους ανταγωνιστές στη δουλειά… Σπάνια το χρησιμοποιώ μαζί σου… Ολοκληρώνεις την πρότασή σου ανασηκώνοντας τους ώμους σου και στη συνέχεια αναστενάζεις… Αισθάνομαι σαν μετρονόμος που ρυθμικά μετρά την διάρκεια της βωβής στιγμής… Ένα, δυο, τρία… πέντε… οκτώ… δέκα…

«Γιατί;», σε ρωτάω ξανά…

Πιάνω τα χέρια σου με τις γροθιές μου, κάνοντάς σου ένα άνοιγμα προς συζήτηση… Εσύ όμως δεν έχεις διάθεση. Προτιμάς να υποστηρίξεις τη διεθνή γλώσσα του σώματος, την οποία και μιλάς με την ικανότητα ενός μαέστρου…

«Δεν σου λέω…», μου απαντάς… και χαμογελάς… μ’ ένα χαμόγελο αλαζόνα…

Τρίβω τη μύτη μου στη μύτη σου και πηδώ με τη γλώσσα μου στο πηγούνι σου…

«Θέλεις να φιλιόμαστε και να μη μιλάμε δηλαδή;», σε ρωτάω…

«Δεν μπορώ να σε παρακολουθήσω…», μου απαντάς με μια φωνή μου αναβοσβήνει και φτάνει στα αυτιά μου λίγο πιο δυνατή από έναν ψίθυρο…

Τα δάχτυλά μου αγγίζουν το σαγόνι σου, χαϊδεύουν το λαιμό σου… Οι σφυγμοί μου πηδούν όπως ακριβώς πηδούν και τα δάχτυλά μου… σαν ψάρι που προσπαθεί να ξεφύγει από το δόλωμα…

Το βλέμμα σου γίνεται πιο έντονο. Για μια στιγμή βλέπω μια αναλαμπή πείνας στα μάτια σου… Αναστενάζω κι ανοίγω το στόμα μου πάνω στο ήδη ανοιχτό δικό σου στόμα… Συμμαζεύω με τα δάχτυλά μου τις μπούκλες σου γύρω από τον αυχένα… Σε δαγκώνω στο πλάι του λαιμού σαν γάτα που θέλει να μεταφέρει σε πιο σίγουρο μέρος το γατάκι της… πιο κοντά στη ζωή, και μακριά από τον θάνατο… Αφήνω στη σάρκα σου τα σημάδια από τους κυνόδοντές μου…

Η καρδιά μου σφυροκοπάει μέσα στο στήθος μου… γρήγορα… δυνατά, αντλώντας περισσότερο αίμα…

Βλεφαρίζω τα μάτια μου. Δεν έχω συνειδητοποιήσει ότι τα κρατώ κλειστά για να με φιλήσεις… Το αίμα μου, καθόλου ξαφνικά, μετατοπίζεται… χαμηλά… εκεί όπου υπάρχει ανάγκη… Τα δάχτυλά σου δεν σταματούν να ζωγραφίζουν κύκλους στροβιλισμού στην πλάτη μου. Δεν παραλείπω να σε φιλώ και να σκουπίζω τα χείλια μου στο ύφασμα του μανικιού σου λίγο πιο κάτω από τους ώμους σου…

Ανοίγω τα μάτια μου και σε κοιτώ. Θέλω να με κοιτάς κι εσύ… Η γλώσσα σου πιέζεται και τελικά μπαίνει στο στόμα μου… Τα χέρια σου κρατούν σφικτά… ευθαρσώς σφικτά, την μέση μου… κάνοντάς με ν’ ανατριχιάζω…

Το βλέμμα σου με σαρώνει…

Είσαι αδίστακτος…

Ρουφάς την ανάσα μου…

Αλιεύω μεταξύ του δείκτη και του αντίχειρά μου μια δέσμη γυμνασμένων μυών… Η ανάσα σου καίει το εύθραυστο δέρμα του λαιμού μου… Αισθάνομαι σαν ένα μικροσκοπικό, ευάλωτο ζωάκι που ανατριχιάζει στην προοπτική μιας τρομακτικής αίσθησης αδυναμίας…

Καθώς ερχόμαστε πιο κοντά, μυρίζω πάνω σου το γλυκό άρωμα του γιασεμιού τη νύχτα παρέα μ’ ένα ίχνος αποσμητικού… Σέρνω τα δάχτυλά μου μέχρι το στομάχι σου… Ταλαντεύομαι για λίγο…

Κάτι… δεν ξέρω τι, με κρατάει στη θέση μου…

«Σςςς…», μου λες…

Τα χείλια μου χορεύουν τοξωτά μέχρι να καλύψουν όλες τις πλευρές του λαιμού σου…

«Αν μου υποσχεθείς ότι θα μ’ αφήσεις να μιλήσω αργότερα…», σου λέω…

Advertisements