Τα δάχτυλά μου τρέμουν από τη συγκίνηση, καθώς τρέχουν κατά μήκος της σπονδυλικής του στήλης, χαϊδεύοντας το δέρμα του… Ξεκλειδώνω τους σπόνδυλους του και επιλέγω την ποσότητα του αίματος που θα κυλήσει στις φλέβες του, περιορίζοντάς τις, πιάνοντας σφικτά τους καρπούς των χεριών του… Παραμένει στην αγκαλιά μου, εδώ και ώρα, και δείχνει να θέλει να είναι αιωνίως εξαρτημένος από εμένα… Όμως εγώ δεν θέλω να του επιβληθώ…

«Σήκω πάνω καλέ μου…», του λέω…

Τον τραβάω από τα χέρια για να σηκωθεί… Το κορμί του ταλαντεύεται… όμως οι μυς του αποκτούν ξαφνικά κάποια σημάδια αδυναμίας, προσωρινής βέβαια… Σηκώνεται και παρατηρώ τα πόδια του να τρέμουν σαν να είναι αποπροσανατολισμένο νεογέννητο ζωάκι που μαθαίνει τα πρώτα του βήματα ή ακόμα… μαθαίνει να στέκεται στα δικά του πόδια…

«Δεν είσαι και πολύ δυνατός…», του λέω…

Τον παίρνω στην αγκαλιά μου και τον βάζω να καθίσει στα γόνατά μου…

«Δεν μου χρειάζεται δύναμη. Έχω εσένα…», μου λέει… κάνοντάς με να νιώθω περισσότερο δυνατός από ποτέ…

Σκύβω και αφήνω έναν απαλό ήχο στο λαιμό του… Σπρώχνω τη μύτη μου μέσα στα μαλλιά του… Στηρίζοντας τα γόνατά του στο πάτωμα, παραμένει εκεί… ήρεμος… Μόνο το πρόσωπό του γέρνει για λίγο, σε στάση ικέτη…

Χτενίζω προς τα πίσω, τρυφερά, τα μαλλιά του και με τον αντίχειρά μου δοκιμάζω την απαλότητα των μάγουλών του…

«Αφού μ’ εμπιστεύεσαι τόσο πολύ… θα βρω έναν τρόπο να σε περιποιηθώ…», του λέω…

Τον φιλώ και ρουφάω το σάλιο του από το στόμα του… Κάθε φορά που ανοίγει το στόμα του δεν μπορώ παρά να χώσω μέσα τη γλώσσα μου…

«ΟΚ… κάνε μου ό, τι θες…», μου λέει με την χαρακτηριστική βραχνή του φωνή…

«Ξέρω αγάπη μου πόσο πολύ μ’ αγαπάς…», του λέω χαμηλόφωνα σαν είμαι πιπίλα και διαδίδω τα σάλια μου, βλεφαρίζοντας τα μάτια μου…

«Αφού το ξέρεις… Ορίστε… Εδώ είναι…», μου λέει. Σπρώχνει προς τα κάτω το σλιπ του και βγάζει έξω την υγρή άκρη, την βάλανο του πούτσου του… «Πάρε…», μου λέει…

Κι εγώ υπακούω…

Πάντα, υπάκουος, ενστικτωδώς τον περιμένω κοντά στην βεράντα και τον κάνεις ν’ αναρωτιέται…

Διατηρώ το πιπίλισμα στον πούτσο του…

«Αχ! Τι καλά. Ξέρεις τι κάνεις… Έτσι δεν είναι;», με ρωτάει…

«Μη μου μιλάς έχοντας όντας μπουκωμένο το στόμα…», του λέω… σαν παρατήρηση…

Τα μάτια μου συναντιούνται με τα δικά του…

«Μετά τα υγρά θα περάσουμε σε κάτι πιο στέρεο…», μου λέει…

Advertisements