«Βρήκα το φεγγάρι…», ψιθυρίζω στα χείλια του…

Χαμογελάει και με φιλάει ξανά, τρυφερά, τραβώντας με αθώα αυστηρότητα στην αγκαλιά του… Τα χέρια του τυλίγονται γύρω από τη μέση μου… Απλώνω κι εγώ τα χέρια μου και τρίβω τις άκρες των μπουκλών του μεταξύ του δείκτη και του αντίχειρά μου…

«Το βρήκα ξανά… πριν από πέντε δευτερόλεπτα… στα μάτια σου…», του λέω…

Κλείνει τα μάτια του και ακουμπά το μέτωπό του στο μέτωπό μου… Ακολουθεί ένα βαρύ ανακάτεμα των αναπνοών μας… Το στήθος του ανεβοκατεβαίνει στο στήθος μου… Τα δάχτυλά μου διακινούνται στο κορμί του, ταυτόχρονα με τα δικά του στο κορμί μου… Αρχίζει να γελάει. Αναστενάζω… Στη συνέχεια γέρνω το κεφάλι προς τ’ αριστερά εκθέτοντας το λαιμό μου στο ασημένιο φως του φεγγαριού… Ανοίγει τα μάτια του, και μ’ ένα χαμόγελο όλο υπαινιγμό φανερώνει το ενθουσιασμένο πεντάχρονο παιδί που κρύβει μέσα του…

Σκύβει κι ακουμπά τα χείλια του στο λαιμό μου και ξεκινά τα φιλιά… Τα χείλια του βόσκουν πάνω μου και στη συνέχεια δηλώνουν συμμετοχή τα δόντια του… Στα μάτια του το δέρμα μου φαίνεται σαν ένας ευκαιριακός, νόστιμος μεζές… Σηκώνω το κεφάλι μου και τον σπρώχνω μακριά… Το βαθύ εγκάρδιο γέλιο του αναμιγνύεται με το δικό μου, ανέμελο, γέλιο…

Σύντομα τα γέλια και των δυο, μετατρέπονται σε κομμένες ανάσες, σε αναφιλητά που αναζητούν φρέσκο αέρα μιας και το οξυγόνο στο μεταξύ έχει μειωθεί… Τον παίρνω από το χέρι και τον οδηγώ προς την άκρη του μπαλκονιού, εκθέτοντας το κορμί του στο φως του φεγγαριού… Αναστενάζει ευχαριστημένος… Παίρνω μια θέση στο πλάι… στα δεξιά του… Γυρίζω το κεφάλι προς το μέρος του… Μου χαμογελά καλοπροαίρετα…

«Μωρό;», τον ρωτώ…

«Ναι;», μου απαντά…

«Γιατί μου το κάνεις αυτό;», τον ρωτώ…

Κοιτάζει τον εαυτό του… τα χέρια του… τα πόδια του… τα δάχτυλά του… Ψαχουλεύει το πρόσωπό του… Κλείνει τα μάτια του και εκπνέει με θόρυβο από τη μύτη του…

«Τι σου κάνω;», με ρωτάει…

«Απενεργοποιείς τον αυτοέλεγχό μου…», του απαντώ…

«Δεν θα έχεις καλό σήμα. Πρόσεξέ το…», μου λέει και χαμογελάει…

«Καταλαβαίνεις πολύ καλά τι σου λέω…», του λέω…

«Από τότε που βγήκε από το πουθενά μια ξανθιά τρίχα στα μαλλιά μου, έχω αποσυντονιστεί και δεν καταλαβαίνω τίποτα…», μου λέει…

Χαμογελάει…

Σέρνω τα δάχτυλά μου πάνω στα φρύδια του…

«Δεν μου αρέσουν οι απαντήσεις σου…», του λέω…

«Λυπάμαι…», απαντά απλά και μ’ ένα χαμόγελο μου λέει: «… Έλα εδώ…», ψιθυρίζει

Πλησιάζω πιο κοντά…

Πλησιάζει τα χείλια του στα δικά μου μέχρι να ενωθούν… Με την άκρη της γλώσσας του εντοπίζει το περίγραμμα των χειλιών μου…

Βάζει τα χέρια του στους ώμους μου και πιέζει το κορμί μου προς τα κάτω…

Βογκώντας, αφήνω τα χείλια μου να κυλήσουν τρυφερά και να απομακρυνθούν από τα χείλια του…

Πέφτω στα γόνατα, ωθούμενος από μια επιθετική νηνεμία σφοδρής επιθυμίας και απόλυτης ανάγκης…

Advertisements