“Λοιπόν… θα πεις κάτι;”, ρωτάει για πολλοστή φορά. “Πίστευα ότι θα ήσουν πιο… ομιλητικός, σήμερα”, λέει

“Όχι”, απαντώ. “Αυτό το “… θα πεις κάτι” δεν λειτουργεί με παραγγελία, στηρίζεται καθαρά στον αυτοσχεδιασμό”, λέω… χαμογελώντας.

Κοιτάζοντάς τον, αισθάνομαι να είμαι όπως η μεμβράνη ενός τύμπανου όταν το χτυπά η μπαγκέτα. Οι χτύποι της καρδιάς μου, μάλιστα, θυμίζουν ακουστικά τον ήχο αυτό…

Μια σπίθα πετιέται από τα μάτια του…

Η καρδιά μου χτυπάει τώρα πιο δυνατά από ένα τύμπανο…

“Πολύ…”, λέει. Η πρότασή του μένει μετέωρη. Η λέξη “καλά” κρέμεται στα χείλια του. Δεν ακούγεται ποτέ. Είναι η στιγμή που στον κινηματογράφο τα δάχτυλα συναντιούνται με τις χορδές της κιθάρας κι ακούγεται το μουσικό θέμα της ταινίας. Το στόμα του πλησιάζει το δικό μου. Τα χείλια του πιέζουν τα δικά μου. Τα δάχτυλά του ψάχνουν το κορμί του σε μια προσπάθεια να ξεκουμπώσουν τα κουμπιά του πουκάμισου του. Δεν το καταφέρνει με την πρώτη φορά. Αισθάνομαι έναν καταρράκτη ιδρώτα να κυλάει ορμητικά κατά μήκος της σπονδυλικής μου στήλης. Τραβάει το παντελόνι μου προς τα κάτω, χαμογελώντας. Δεν μπορώ να καταλάβω πως γίνεται και τα δικά μου ρούχα βγαίνουν πάντοτε με ευκολία.

Δεν παρακολουθώ το δικό του γδύσιμο. Είμαι πάρα πολύ απασχολημένος με το να τον κοιτώ στα μάτια. Θαρρώ πως έχω χάσει τον εαυτό μου από την τρέλα της στιγμής. Τον ξαναβρίσκω, όταν τα χέρια του ξεκινούν να ψαχουλεύουν το κορμί μου. Τον ξαναβρίσκω μόνο εκείνη τη στιγμή, λίγο πιο καυτό και περισσότερο βρεγμένο σε σχέση με πριν… Ένα, δύο, τρία λεπτά… περνούν, και νιώθω τα εσωτερικά τοιχώματα του κορμιού μου να καλωσορίζουν το σχήμα και το μέγεθος του ανδρισμού του. Έχοντας τον μέσα μου, γνωρίζω ότι όλα θα είναι εντάξει.

Όλα…

«Πες κάτι… απ’ αυτά τα ωραία που λες συνήθως”, ψιθυρίζει.

Ένα χαμόγελο ξετυλίγεται στα χείλια μου, καθώς ακουμπώ ένα δάχτυλο στο στόμα του.

«Δεν είναι απαραίτητο”, λέω…

Advertisements