Συναντηθήκαμε, καθίσαμε, κουβεντιάσαμε.

Μοιραστήκαμε ο ένας τα συναισθήματα του άλλου κοιτώντας τα μάτια και μόνο τα μάτια.

Τα δάχτυλα άρχισαν να κινούνται πρώτα… αργά… απαλά… εκτελώντας τις οδηγίες του μυαλού όταν δυο άνθρωποι κάθονται δίπλα – δίπλα και μιλούν.

Μετά, τα χέρια άνοιξαν τα κουμπιά, έλυσαν τις ζώνες, κατέβασαν τα φερμουάρ.

Τα παπούτσια είχαν αφαιρεθεί από την πρώτη στιγμή… έτσι λοιπόν οι πατούσες τριβόντουσαν μεταξύ τους ανεβάζοντας τη θερμοκρασία στα κορμιά.

Τα χείλη συναντήθηκαν, οι γλώσσες διερεύνησαν τα στόματα…

… αυτό το απόγευμα…

… εκθέτοντας τις σκέψεις μας…

… εκπληρώνοντας τις φαντασιώσεις μας…

… τσιτσιρίζοντας το δέρμα μ’ ένα άγγιγμα…

… μεθώντας από την ένωση.

Έτσι μας βρήκε το βράδυ, τον ένα στην αγκαλιά του άλλου, ικανοποιημένους, μεταμορφωμένους από τον έρωτα.

Το πρωί, ξυπνήσαμε με μια διαφορά δευτερολέπτων ο ένας από τον άλλο, ανταλλάσσοντας γλυκές ματιές. Σηκώθηκα για να μαζέψω τα ρούχα μας και να ντυθώ για τη δουλειά. Σηκώθηκε κι αυτός, αθόρυβα, με τον δέοντα τρόπο, για να με φιλήσει βαθιά θυμίζοντάς μου τη γεύση του, θυμίζοντας μου το πάθος της χαράς που λίγες ώρες πριν είχα βιώσει…

“Αγάπη…”, μου είπε ναζιάρικα, έχοντας ένα γοητευτικό χαμόγελο στα χείλη… “… δεν μπορείς να πας στη δουλειά έτσι αχτένιστος”

Στο άψε σβήσε έβγαλα το πουκάμισό μου, το μοναδικό ρούχο που είχα προλάβει να φορέσω…

“Μόνο μια φορά, εντάξει;”, είπα…

“Χμμ…”, μουρμούρησε…

Advertisements