Κρατώ το κεφάλι σου και με τα δυο μου χέρια, τακτοποιώ τις μπούκλες σου κι εσύ μου ψιθυρίζεις:

«Σ’ αγαπώ… τι θα ήθελες να κάνουμε απόψε;»

Διασχίζουμε τη γέφυρα επιστρέφοντας σπίτι… η εικόνα της πόλης είναι μαγική… ειδικά τα βράδια του χειμώνα είναι συναρπαστικά όμορφη… Τι μπορούμε να προσφέρουμε εμείς, δυο ερωτευμένοι άνθρωποι, σ’ αυτή τη πόλη; Τίποτα…

«Θα ήθελα να σε πάρω από το χέρι και να περπατήσουμε στο χιόνι…», σου λέω

«Μα, αυτό κάνουμε…», με διακόπτεις…

«… να περπατήσουμε στην άκρη του πεζοδρομίου… έτσι ώστε ο αέρας να χαϊδεύει τα μαλλιά μας και οι νιφάδες να κάθονται στα βλέφαρά μας καθώς θα φιλιόμαστε… Θα ήθελα να περπατήσουμε για ώρες πολλές… ν’ ανακαλύψουμε την ιστορία της πόλης που ζούμε… τους ανθρώπους… Όταν θα κουραστούμε θα κάνουμε μια μικρή στάση σ’ ένα μικρό μπαρ όπου κανείς δεν θα ξέρει ποιοι είμαστε και θα πιούμε ένα ζεστό κονιάκ… Αμέσως θα κρύψω το πρόσωπό μου στο πουλόβερ σου και θα τρίψω την μουσούδα μου πάνω σου έως ότου νοιώσω το δέρμα μου να καίγεται… Θα ήθελα να αισθανθώ τα φιλιά σου στο λαιμό και στα μάγουλά μου καθώς θα ανακαλύπτεις ξανά τη γεύση της σάρκας μου… κι εγώ θα τρέμω… μιας και τα χέρια σου θα ταξιδεύουν χαμηλά, χαμηλότερα… φτάνοντας στο θερμό παλμό του πούτσου μου… Ο λαιμός μου θα συλλαμβάνει την ανάσα σου κι εγώ θα σου λέω «σ’ αγαπώ» γλείφοντάς μου με την γλώσσα μου… Θα ήθελα να συνεχίσουμε έτσι, ανενόχλητοι, αλλά δεν γίνεται… το ξέρεις… Θα αφήσω την αναπνοή μου να επιστρέψει στους κανονικούς της ρυθμούς και θα επιβραδύνω τους χτύπους της καρδιάς μου…

… μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι… στο καταφύγιό μας…», σου λέω

Με φιλάς στη κορυφή του κεφαλιού σαλιώνοντας τα μαλλιά μου και για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας μου ψιθυρίζεις σαν να μη θέλεις να σ’ ακούσει κανείς:

«Σ’ αγαπώ…»

Θέλω να σκαρφαλώσω στα κιγκλιδώματα της γέφυρας και να βροντοφωνάξω πόσο κι εγώ σ’ αγαπώ, αλλά αρκούμαι σ’ ένα απλό, τρυφερό:

«Κι εγώ…»

Advertisements