Σε κάποιο μπαλκόνι, σε μια κοντινή απόσταση από εμάς, ένας μοναχικός σαξοφωνίστας παίζει μια αισθησιακή μελωδία.

Ακούω τα βήματά του να αξιοποιούν την ηχητική τελειότητα της επαφής τους με το ξύλινο πάτωμα.

Η καρδιά μου χτυπά δυνατά. Συγχρονίζεται άψογα με το σφυγμό μου και τη ροή του αίματος μέσα στις φλέβες μου.

Τα αυτιά μου καίνε, το πρόσωπό μου είναι ζεστό, το δέρμα έχει κοκκινίσει κάτω από τα δεμένα μάτια.

Η θερμοκρασία της γυμνής σάρκας παραμένει σταθερή.

Μετρώ τα βήματα ένα – ένα… αριστερά, δεξιά… τις περιστροφές, το αυστηρό προβάδισμα του ενός ποδιού σε σχέση με το άλλο…

Αναπνέω τη μυρωδιά του…

Πλησιάζει…

Τον αγγίζω… Αγγίζω τα ρούχα του… Τον αισθάνομαι.

Υπό τους ήχους του σαξόφωνου, με δεμένα τα μάτια, λαμβάνω σήματα από το αδιάκριτο βλέμμα του. Στο επόμενο βήμα του, ακούω τις φιλοφρονήσεις του, στο αμέσως επόμενο, η ανάσα του ζεσταίνει το πρόσωπό μου…, αυτό, τίποτα περισσότερο. Αντιμετωπίζω την επαγγελματική προσέγγιση του κορμιού μου από τα χέρια του…

Λυγίζω στη δύναμή του, χάνω νωρίς τον έλεγχο μου. Του παραχωρώ το προβάδισμα. Του παραχωρώ τη ψυχή, την ουσία μου. Γίνομαι ο κανένας. Αφήνομαι στους κινδύνους και στις προκλήσεις που θα εμφανιστούν όταν έρθει η σειρά τους.

Το αγκάλιασμα του είναι μια μορφή έγκρισης. Νιώθω το χαμόγελό του, το ζεστό διακριτικό γέλιο του, καθώς με καμαρώνει. Τα δόντια του λάμπουν πίσω απ’ αυτό το χαμόγελο.

Τα χέρια του με προστατεύουν και με δεσμεύουν ταυτόχρονα. Δεν νιώθω φόβο, ούτε ντροπή. Νιώθω την ομορφιά του, το πάθος και τον αισθησιασμό του. Γίνομαι ένα ευάλωτο κορμί που σπαρταράει ασκητικά…

Μου λέει πόσο μ’ αγαπάει

Κι εγώ τον πιστεύω

Με δεμένα μάτια.

Στα χέρια του.

Advertisements