Δοκιμάζω τη γεύση της βότκας στη γλώσσα μου που εκρήγνυται σ’ έναν παροξυσμό φυσαλίδων σάλιου στη στέγη του στόματός μου… Ανοίγω τα χείλια μου και αναπνέω αέρα… τον ίδιο αέρα με το μωρό μου… Γιατί πίνω; Για να ξεχάσω… Η βότκα βοηθά να ξεχαστούν οι αναμνήσεις… Οι αναμνήσεις ενός πλάσματος που δρα τόσο απερίσκεπτα… οι αναμνήσεις μου… Χώνομαι στην αγκαλιά του… γίνομαι ένα αστέρι στα χέρια του…
Τον αναγκάζω να γελάσει γαργαλώντας τον… Παρακολουθώ το χαμόγελό του να γίνεται γέλιο κοιτώντας τον μέσα από το ποτήρι… Τον θέλω τόσο πολύ… κολασμένα… Ψιθυρίζω προπαγανδιστικά λόγια στο αυτί του… Αν δεν ήμουν άντρας θα με ήθελε ή θα περπατούσα μοναχός, μελαγχολικός και σκεπτικός ψάχνοντας να βρω την αγάπη; Του τραγουδώ και πέφτω πάνω του σαν να είμαι παλτό…
Πίσω από την μισάνοιχτη πόρτα κρύβεται η μητέρα μου, το ξέρω, αλλά δεν με απασχολεί… Είμαι έτοιμος να την καλωσορίσω, να με θαυμάσει… να δει πόσο ευτυχισμένος είμαι όταν βρίσκομαι στην αγκαλιά του… αλλά θα με μαλώσει, είμαι σίγουρος πως θα με μαλώσει γιατί πίνω… γιατί συνεχίζω να πίνω ενισχύοντας την αδυναμία μου… Μετατρέπω την ανάσα μου σε δροσερό άνεμο φυσώντας τα όμορφα μάγουλά του… εξαγνίζω τη γεύση της βότκας μ’ ένα φιλί… αισθάνομαι ναρκωμένος, απαθής…
Ανάβω ένα τσιγάρο και αφήνω τον καπνό να περιπλανηθεί όχι μόνο στο δωμάτιό μας, αλλά σε όλα τα γύρω δωμάτια… Η γεύση της βότκας αρχίζει να εξασθενίζει… Αισθάνομαι χειρότερα από πριν… Με το δάχτυλό μου σχηματίζω στο χέρι του καρδιές και βέλη… βέλη, καρδιές και τα αρχικά των ονομάτων μας… Οι παλαιές συνήθειες πεθαίνουν αργά… καμιά φορά δεν πεθαίνουν ποτέ… Αφήνω μηνύματα πάνω στο στήθος του… μηνύματα που μόνο αυτός μπορεί να διαβάσει… ως εραστής μου…
Τα μάτια του… σαν μάτια γάτας, με προσέχουν… προσέχουν την κάθε κίνησή μου… Τα χέρια του κάθονται πάνω μου, κινούνται σαν το υγρό μετάξι… Το βλέμμα του με χτυπάει σαν δέκα μαστίγια μαζί…
Τον φωνάζω, υποκοριστικά, μωράκι και κυνηγώ τις φακίδες κάτω από τα μάτια του… μπορώ να κάνω πολλά θαύματα με τα χέρια μου πάνω του σαν να είμαι Χριστός, αλλά η βότκα με σπρώχνει συνεχώς σε λανθασμένες κινήσεις… Αισθάνομαι τα χέρια του να κινούνται πάνω μου… πάνω στα πόδια και στα μπούτια μου… Τσιμπάει και στρίβει τις ρόγες του στήθους μου… Σέρνει τα δάχτυλά του πάνω στο δέρμα μου κάνοντάς με ν’ αφήνω δεκάδες αναστεναγμούς που διαπερνούν τα αυτιά του και χώνονται στο μυαλό του… στα βάθη του μυαλού του…
Με τραβάει από τα μαλλιά, ρυμουλκεί το κεφάλι μου στο πλάι και καρφώνει τα δόντια του στον λαιμό μου… Στέκομαι εκεί… ακίνητος… σαν νεογέννητο γατί… Η θερμότητα της ανάσας του με τυλίγει… το κορμί μου τρεμουλιάζει… Τα δόντια του περπατάνε πάνω στη σάρκα μου κοκκινίζοντάς την… μωλωπίζοντάς την… Με σπρώχνει στο κρεβάτι… Το τσιγάρο πέφτει από τα χέρια μου… Τα ισχυρά χέρια του αναγκάζουν να πόδια μου να χωριστούν… να ανοίξουν… Σέρνει τα δάχτυλα του πάνω στο στήθος και στο στομάχι μου δημιουργώντας κόκκινες ραβδώσεις… Το χρειαζόμουν αυτό το συναίσθημα… το συναίσθημα του πόνου…
Τα λόγια μου βγαίνουν από το στόμα μου σαν αναφιλητά με τη συνοδεία ελάχιστου καπνού από το τσιγάρο που δεν πρόλαβα να καπνίσω… Δαγκώνει τα χείλια μου και απλώνει τα χέρια του στη πλάτη μου… Καίγομαι… Θαρρώ πως θα πεθάνω μέσα στις φλόγες… στις φλόγες της ανάσας του… θαρρώ πως θα γίνω τέφρα, σκόνη… Με τσιμπάει και ξαφνικά γίνομαι Λάζαρος… Ανασταίνομαι, αναζωογονούμαι… προθυμοποιούμαι… Η πείνα και ο πόθος με μεταμορφώνουν… Θέλω ολόκληρο τον πούτσο του… τώρα… Τα δάχτυλά μου χορεύουν πάνω στο κορμί του, θάβω το πρόσωπό μου στο στήθος του, αισθάνομαι τις ρόγες του να σκάβουν τα μάγουλά μου… μυρίζω το μοσχοβολιστό άρωμα από τις μασχάλες του… Χαμηλώνω το πρόσωπό μου και έρχομαι αντιμέτωπος με τον πούτσο του… Δοκιμάζω την γεύση του… γεύση αρμυρή… γεύση αλατισμένη… Το κεφάλι του πούτσου του είναι σκεπασμένο από μια παχιά σύσταση διάφανου σπέρματος πάνω στο οποίο κάνει τσουλήθρα η γλώσσα μου…
Αρπάζομαι από τους ώμους του, λυσσασμένος… Αφήνω τον πούτσο του να καταδυθεί μέσα στο στόμα μου… να πάρει τη θέση που του αρμόζει… Τον καταπίνω με τη πρώτη προσπάθεια… Το πάχος του πούτσου του σχίζει τα χείλια μου στις άκρες… σχίζει, και η καρδιά μου σφυροκοπά… Πίνω το σπέρμα του σαν από χρυσό φλιτζάνι και το απολαμβάνω… Ο πούτσος του ανθίζει… γίνεται ένα ανοικτό λουλούδι που σε προκαλεί να το μυρίσεις… Γίνομαι άπληστος… Τον καταπίνω ολόκληρο και του ζητώ κι άλλο… κι άλλα εκατοστά πούτσου… Τα αρχίδια του αναπηδούν… ζωηρά… Η γλώσσα μου παφλάζει πάνω στον πούτσο του και ο ήχος της είναι πιο έντονος από αυτόν της ανάσας του… Χύνει πιο γρήγορα απ’ ότι περίμενα.. σχεδόν πρόωρα… Καλύπτω τα μάτια μου με τα χέρια του… Δεν κοιμάμαι, δεν μπορώ να κοιμηθώ… Συνειδητοποιώ πως πετώ στα ύψη, στον ουρανό… είναι τόσο δύσκολο να προσγειωθώ…
Από ένα αστέρι στα χέρια του, γίνομαι δυο διαμάντια στα μάτια του… Λάμπω…

Advertisements