Η ώρα ήταν τρεις το πρωί όταν μπήκε στο δωμάτιο μου και ξάπλωσε στο κρεβάτι, δίπλα μου. Η βροχή έπεφτε με ορμή έξω, αλλά η σιωπή ήταν σχεδόν εκκωφαντική.

«Κοιμάται…», ψιθύρισε, τυλίγοντας τα χέρια του γύρω από τη μέση μου. Φίλησα τη μύτη του και τον τράβηξα κοντά μου, πιο κοντά μου. Το γυμνό μου κορμί ζεστάθηκε αμέσως από την επαφή…

«Θύμισέ μου γιατί τα δικά σου παραμύθια μπορούν να τον κοιμίζουν, ενώ τα δικά μου όχι…» είπα. Γλίστρησα το ένα χέρι κάτω από την πλάτη του κι άγγιξα ανεπαίσθητα το σφριγηλό του κώλο. Σήκωσε το πόδι του, αναστέναξε, και το ακούμπησε στην πιο κατάλληλη θέση πάνω στο κορμί μου…

«Θα σου πω κι εσένα ένα…», ψιθύρισε…

Ένιωσα τα δάχτυλά του να τυλίγονται γύρω από τον πούτσο μου…

«Είμαι τόσο κουρασμένος που δεν θα χρειαστεί να προσποιηθώ ότι νύσταξα από το παραμύθι σου…», είπα…

Φίλησα το στόμα του. Χτένισα τα μαλλιά του πίσω από τα αυτιά του, δάγκωσα απαλά τα χείλη του, έτριψα με τη μύτη μου τη δική του μύτη. Ψαχουλέψαμε τα κορμιά μας στο σκοτάδι, αλλά δεν ήταν αρκετό.

«Δεν θα το επιτρέψω να συμβεί…», ψιθύρισε…

«Με ποιο τρόπο;», ρώτησα… με τη γλώσσα μου να αιωρείται πάνω από το στόμα του…

Δευτερόλεπτα αργότερα, ένιωσα τα χείλη μου να συνθλίβονται. Ούρλιαξα μέσα στο στόμα του, καθώς η γλώσσα του μετακόμισε πλήρως μέσα στο δικό μου στόμα. Αισθάνθηκα τα μάτια μου να υγραίνονται. Τα χέρια του ακούμπησαν στους ώμους μου. Φίλησε τα μάτια μου. Έθαψα το πρόσωπό μου στο λαιμό του και εισέπνευσα το άρωμά του… το άρωμα του ιδρώτα που κάλυπτε το δέρμα του. Άγγιξε το πρόσωπό μου με τον αντίχειρά του και μετά τον ακούμπησε στα χείλια μου…

«Θα δεις…», είπε…

Κοιταχτήκαμε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, προσπαθώντας να μην κινηθεί ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος. Προσπαθώντας να μην αναπνεύσει κανείς. Προσπαθώντας να μην αφήσουμε το χρόνο να κυλήσει άσκοπα. Προσπαθώντας να κάνουμε κάτι που θα μπορούσε να ταιριάξει ρυθμικά με τις σταγόνες της βροχής που χτυπούσαν το τζάμι του παράθυρου.

Advertisements