Σιγοτραγουδώντας μελωδικά στο αυτί του με τη συνοδεία του ήχου της επικείμενης βροντής, απλώνω το μπουφάν μου σαν κουβέρτα πάνω στα κεφάλια μας, και κρατώ σφιχτά το κορμί του στην αγκαλιά μου με το ένα χέρι μου.

Η διάθεση να προστατεύσεις αυτόν που αγαπάς είναι μια αρχέγονη συνήθεια και εκδηλώνεται κυρίως σε περιπτώσεις σαν κι αυτή… Ένα μπουφάν είναι κάτι περισσότερο από μια επαρκής προστασία, όμως μια ημέρα που περιμένεις να βρέξει γιατί το γνωρίζεις εκ των προτέρων από το δελτίο καιρού, το να ξεχνάς να πάρεις μαζί σου μια ομπρέλα, προδίδει μια αφηρημάδα που θα μπλέξει σε πολλές περιπέτειες, και ίσως αυτό είναι που θες πραγματικά…

Ο κεραυνός δημιουργεί ένα μικρό κούνημα στο έδαφος. Μπορώ πια να μυρίσω τη βροχή που πλησιάζει από μακριά. Μπορώ να νιώσω τη καταπιεστική βαρύτητά της στον αέρα. Ο ήχος μιας ακόμη βροντής φτάνει στ’ αυτιά μου… ή μήπως δεν είναι βροντή; Αναρωτιέμαι γιατί σχεδόν αμέσως ακούω το γέλιο του. Η ικανότητά του να μιμείται με φυσική ομοιότητα τους ήχους της φύσης είναι όντως εκπληκτική. Συνεχίζοντας να χαμογελά μου λέει:

«Αγάπη μου, σκεφτόμουν να γυρίσουμε στο σπίτι. Εκτός αν θέλεις να γίνουμε παπιά από τη βροχή»

Επιστρέφοντας του το χαμόγελο, του λέω:

«Ε, δεν θα λιώσουμε δα…»

Οι πρώτες σταγόνες της βροχής αρχίζουν να πέφτουν… κι όχι μόνο… Αρχίζουν ν’ ακούγονται στο ύφασμα του μπουφάν που καλύπτει τα κεφάλια μας… συγγνώμη, που κάλυπτε τα κεφάλια μας, ήθελα να γράψω… μιας και το χέρι του, λίγα δευτερόλεπτα προτού ολοκληρώσω την πρότασή μου, άρπαξε το μπουφάν και το εκσφενδόνισε σε μια απόσταση που, αναγκαστικά, θα έπρεπε να τρέξουμε για να το πάρουμε πίσω…

«Δεν πιστεύω να φοβάσαι μια καταιγίδα…», μου λέει…

Κοιτάζοντας τον από ψηλά, χαμογελώ με περηφάνια…

«Λατρεύω να βλέπω τα ρούχα σου, μουσκεμένα, να κολλάνε πάνω σου…», του λέω…

Η νεροποντή που ξεκίνησε φυσιολογικά, βρέχοντάς μας με αραιές αλλά μεγάλες σταγόνες, έχει αγριέψει… έχει εξελιχθεί σ’ ένα καταρράκτη που χύνεται από τον ουρανό… Γέρνω προς το μέρος του και τον φιλώ. Η βροχή εισβάλλει ανάμεσα στα χείλια μας και ανακατεύεται με τα σάλια μας, δίνοντας μια ιδιαίτερη γεύση στο φιλί, μια γεύση που την αντιλαμβανόμαστε καλύτερα και οι δυο προς το τέλος του κάθε φιλιού…

«Μήπως πρέπει να τρέξουμε προς τα εκεί;», με ρωτάει, δείχνοντας με το χέρι του ένα ερειπωμένο σπίτι…

«Που; Σ’ εκείνο το τρομακτικό σπίτι;», ρωτώ

«Μα αυτό δεν συμβαίνει συνήθως στις ταινίες; Βρέχει, οι πρωταγωνιστές σηκώνονται από εκεί που κάθονται και τρέχουν για να προστατευτούν σ’ ένα ερειπωμένο σπίτι», μου λέει…

«Και μετά… τι;», ρωτώ… με την ευχή η ταινία που έχει στο μυαλό του και περιγράφει να μην είναι ταινία τρόμου…

«Θα δεις…», μου λέει μ’ ένα χαμόγελο υπόσχεσης, και τρέχει, αφήνοντάς με να τον κυνηγώ…

Advertisements