«Κλείσε τα μάτια σου»

Νιώθω το δροσερό χάδι του μεταξιού να βουρτσίζει τα βλέφαρά μου. Τυλίξει τη γραβάτα του γύρω από το κεφάλι μου και τη δένει μ’ ένα σφικτό κόμπο. Μετά, ακουμπά τα δάχτυλά του στους ώμους μου και τα πιέζει σαν να θέλει να με καθησυχάσει…

«Ψηλά τα χέρια»

Τα δάχτυλα του χαϊδεύουν τα πλευρά μου. Ανασηκώνει το πουκάμισό μου, το τραβάει πάνω από το κεφάλι μου, μου το βγάζει και το αφήνει να πέσει στο πάτωμα, ακριβώς μπροστά μας…

«Κατέβασέ τα τώρα…»

Κατεβάζω τα χέρια μου και τα αφήνω να γλιστρήσουν γύρω από τη μέση του, πάνω στο στήθος του, μπροστά στο παντελόνι του. Οι αντίχειρές μου γαντζώνονται στη ζώνη του, λίγα λεπτά προτού τη λύσω. Τα χείλια μου γίνονται βεντούζες κάτω από τον αφαλό του… Βγάζει μόνος του το παντελόνι του. Ο ήχος του συρσίματος του υφάσματος στα πόδια του, με κάνει να ανατριχιάζω…

«Όμορφα»

Τα μάγουλά μου κοκκινίζουν και το βλέμμα μου χαμηλώνει… Τα χέρια του στηρίζονται και πάλι στους ώμους μου, προσφέροντας μου ζεστασιά… και κάτι σαν παρηγοριά. Αμέσως μετά τυλίγονται γύρω από το στήθος μου. Με τραβάει κοντά του. Εκμεταλλεύομαι κάθε στιγμή από δω και πέρα. Ανασαίνω τη μυρωδιά του, απορροφώ τη ζεστασιά του, εγκαθίσταμαι στην αγκαλιά του για τα καλά.

«Σ’ ευχαριστώ»

Τα δάχτυλά του χαϊδεύουν το δέρμα μου σ’ ένα ταξίδι δίχως επιστροφή. Επιδέξια απομακρύνει τα ρούχα που είχαν απομείνει πάνω μου. Τα αφήνει να πέσουν στο πάτωμα, ψιθυρίζοντας μου λόγια αγάπης. Φιλά τους ώμους μου αφήνοντας πάνω τους το στίγμα του. Τα απαλά, σαρκώδη χείλια του θερμαίνουν περισσότερο το δέρμα μου. Κάνει ένα βήμα μακριά και με παρατηρεί…

«Απόλυτη ομορφιά»

Πιάνει το πηγούνι μου με τα χέρια του και με φιλάει τρυφερά. Ιχνηλατεί τα χείλια μου με την άκρη της γλώσσας του και με φιλά ξανά. Θαρρώ πως φιλοξενώ τον φτερωτό Θεό του έρωτα μέσα μου, εκτός αν είναι η καρδιά μου αυτή που φτερουγίζει…

«Απόψε, είσαι όλος δικός μου»

Advertisements