Ετικέτες

Τρώω λουκουμάδες, τα χέρια μου κολλάνε, έχω γεμίζει ζάχαρη παντού… Το μωρό μου ξαπλωμένο στο κρεβάτι, ένας όμορφος κύκνος, ένα κύκνος στα τσαλακωμένα σεντόνια. Τον πλησιάζω, τον φιλώ στον λαιμό, τα χείλη μου κολλάνε, χαμογελάει, απλώνει τα χέρια του για να με αγκαλιάσει… έχω όρεξη για παιχνίδια… για ερωτικά, δημιουργικά παιχνίδια… «Σήμερα δεν θα με αγγίξεις…», του λέω, τρέχω προς τον διάδρομο, στην ντουλάπα του διαδρόμου που έχω τις αποσκευές μας, γυρίζω κρατώντας ένα πινέλο. Πάντα κουβαλώ μαζί μου τα σύνεργα της ζωγραφικής, ιδιαίτερα εδώ στο νησί που η δημιουργικότητά μου αγγίζει το μέγιστο. «Δεν θα με αγγίξεις καθόλου με τα χέρια σου… θα χρησιμοποιήσεις μόνο το πινέλο, εντάξει;…» Βλέπω το χαμόγελό του… μου κλείνει το μάτι με νόημα, σαν γάτα που κατασκοπεύει το θήραμά της. Βγάζω το σλιπάκι μου, πέφτω στο κρεβάτι, του δίνω το πινέλο… «Στην κουζίνα έχω το βαλιτσάκι με τα χρώματα…», τον ενημερώνω. Ξαπλώνω ανάσκελα, ανοίγω πόδια και χέρια, ο πούτσος μου βλέπει το ταβάνι, η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Το μωρό μου έρχεται χαμογελαστό, αναψοκοκκινισμένο, με βλέπει, αγγίζει τα γεννητικά του όργανα, με πλησιάζει, γλύφει τα δάχτυλα των ποδιών μου, του υπενθυμίζω πως δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει καθόλου τα χέρια του… «Εντάξει;…». «Μείνε ήσυχος…», μου απαντά, γρατσουνάει τα πόδια μου με την άκρη του πινέλου, ανατριχιάζω, ο πούτσος μου ανασηκώνεται, κάμπτω ελαφρά τα γόνατα , γυρίζω στα πλάγια, γυρίζω μπρούμητα, θέλω να μου πει πως θέλει να είμαι ξαπλωμένος… ανάσκελα; Ανάσκελα, κάνω τα χέρια μου μαξιλάρι, απολαμβάνω την στιγμή, τα δάχτυλά των ποδιών μου γίνονται κόκκινα από το χρώμα, τινάζω το σώμα μου καθώς το πινέλο βουρτσίζει το στομάχι μου, το στήθος μου, ρίχνει κίτρινο χρώμα στον αφαλό μου, μπλε… ένα πράσινο ποτάμι κυλάει στην ηβική μου περιοχή, κοιτώ το πρόσωπό του, τα ζυγωματικά του, το όμορφο μέτωπό του, τις μπούκλες του… μαύρο χρώμα κυλάει από το κεφάλι του πέους μου, σαν λάβα το καλύπτει, κι άλλο μαύρο, κι άλλο μαύρο… αυτό το χρώμα διάλεξε για να με χρωματίσει, είμαι βαμμένος με μαύρο χρώμα, δεν κουνιέμαι, δεν μιλώ, κλείνω τα μάτια, είμαι ένας ζωντανός πίνακας, ένα ζωντανό έργο τέχνης. Το πινέλο τρέχει στο κορμί μου, με χτυπάει ελαφρά στο στομάχι σαν να παίζει ταμπούρλο, το τυλίγει γύρω από τις τρίχες του εφηβαίου μου, ο πούτσος μου αγριεύει, είναι απογοητευμένος, δεν του δίνει καμία σημασία… είναι ένας αρχάριος, ένας ατάλαντος ζωγράφος… Του το λέω… «Είσαι ατάλαντος…», σηκώνομαι του ανακατεύω τις μπούκλες, τον αγκαλιάζω, τον γδύνω, τον λερώνω με μπογιές, με χρώματα. Η αγκαλιά του ζεστή, του βουρτίζω με το πινέλο την πλάτη, κινώ το πινέλο πάνω-κάτω σε όλο το μήκος του πούτσου του, θα του δείξω τι σημαίνει να είσαι καλός ζωγράφος, χώνω το πινέλο στην κωλοτρυπίδα του, αργά, σταθερά, γρήγορα, όπως χτυπάνε το βούτυρο στο καρδάρι (το είδα σε μια από τις επαναλήψεις των εκπομπών του Μαμαλάκη), πονά, ξέρω πως πονά, ξέρω πόσο πολύ πονά, το πινέλο ταξιδεύει στο κορμί του, τον χρωματίζω, χρωματίζω το σημείο της καρδιά του κόκκινο, ανακατεύω τον ιδρώτα του με τις μπογιές, ανακατεύει με τα χέρια του τους χυμούς μου με τις μπογιές, δαγκώνω τα χείλια μου από ευχαρίστηση… Σταματάμε… σταματάμε ξαφνικά. «Όποιος φτάσει πρώτος στο μπάνιο θα γαμήσει τον άλλο…», φωνάζω, σηκώνομαι, με ακολουθεί, τρέχουμε, με πιάνει, τα χέρια του γλιστρούν από τα χρώματα, του ξεφεύγω, φτάνουμε κάτω από τη ντουζιέρα, ανοίγω το νερό, ξεπλενόμαστε, τον βουρτσίζω με τις παλάμες μου, με βουρτσίζει, κλείνω τα μάτια, νερό… ατμοί… ανάσες… τον αγκαλιάζω, τον φιλώ, τον παίρνω στην αγκαλιά μου… τον οδηγώ στο κρεβάτι, πετώ τα λερωμένα σεντόνια, τον πιέζω με τα χέρια μου, θέλω να αισθανθεί αδύναμος, τον ζεσταίνω με την αναπνοή μου, δεν κινείται, με κοιτά… τον κοιτώ, ακούγονται μόνο οι αναπνοές μας, ο πούτσος μου σηκώνεται περίεργος για να δει τι είναι αυτό που μας κάνει να σιωπούμε… πιέζω το σώμα του με το σώμα μου, τα χέρια του νεκρώνουν κάτω από τη πίεση μου, προσπαθεί να αντιδράσει, να ελευθερωθεί… το μικρό μου μωρό… βλέπω τον σηκωμένο του πούτσο, κατεβάζω το κεφάλι μου, βρίσκομαι σε σημείο αναπνοής από το ροδοκόκκινο κεφάλι του, τρέμει από την καύλα, βογκά… Τι να κάνω; Σηκώνομαι… με κοιτά έκπληκτος… ανήσυχος… φορώ το παντελόνι μου, ο πούτσος μου διαμαρτύρεται, τον αγγίζω καθησυχαστικά με το χέρι μου, ξέρω τα κάνω… κάθομαι σε μια καρέκλα… το μωρό μου ανασηκώνεται, η απορία ζωγραφισμένη στα μάτια του, με κοιτά, προσπαθώ να μην χαμογελάσω… κάθομαι σοβαρός, γυρίζω το βλέμμα μου προς τα έξω… «Τι σου συμβαίνει… τι σου έκανα;», με ρωτά… δεν κρατιέμαι, σηκώνομαι… τον πλησιάζω, τον κοιτώ, ενώνω το στόμα μου με το δικό του, ρουφώ την γλώσσα του σαν να είναι το νοστιμότερο παγωτό, κινώ την δική μου μέσα και έξω από το στόμα του, τον απολαμβάνω, ανταποκρίνεται, ξεκουμπώνω το παντελόνι μου, το αφήνω να πέσει κάτω… τον αρπάζω γυρίζοντάς τον στα μπρούμυτα… τον γαμάω!!!

Advertisements