Θυμάμαι τα λόγια που συνηθίζεις να μου λες όταν με γδύνεις. Μου λες όλα όσα είχα σκεφτεί ν’ ακούσω κατά τη διάρκεια της ημέρας. Μου λες ότι είμαι η μοναδική, αληθινή αγάπη σου. Μου λες ψιθυριστά εκείνα τα λόγια που κάνουν τους άλλους να κοκκινίζουν από ντροπή, εμένα όμως με κάνουν να χαμογελώ. Έχεις πάντα τον τρόπο να επιλέγεις τις λέξεις αυτές που θα με ανάψουν καθώς σκαρφαλώνεις πάνω στο κορμί μου. Όταν σταματάς να μιλάς, ακούω μόνο το βρυχηθμό της κυκλοφορίας του αίματος μέσα στις φλέβες μου. Επίσης, τον σιωπηλό, θαμπό γδούπο των χτύπων της καρδιάς μου…

Θυμάμαι τους ήχους που συνοδεύουν το τελετουργικό του έρωτά μας. Τον ήχο των κουμπιών που πιέζονται να βγουν έξω από το ύφασμα. Τον ήχο του φερμουάρ που κατεβαίνει. Τον ήχο των παπουτσιών που καταλήγουν στο πάτωμα, συνήθως με μια κλωτσιά. Τον ήχο της κάλτσας που γλιστράει στο δέρμα μέχρι να βγει. Το κουδούνισμα της ζώνης του παντελονιού λίγο προτού πέσει. Τον ήχο του αναστεναγμού σου όταν μου βγάζεις το πουκάμισο. Το γρύλισμά σου όταν το στόμα σου προσπαθεί να βαδίσει στο δρόμο προς τις ρόγες μου. Τον ήχο της ανάσας μου. Τον τραχύ ήχο των δαχτύλων μου όταν τρέχουν στα αξύριστα μάγουλά σου. Το πάτημα των δοντιών σου  στο νύχι μου όταν σπρώχνω το δάχτυλο μου ανάμεσα στα χείλη σου. Το θρόισμα των χεριών σου ανάμεσα στα μαλλιά μου και την αναπνοή σου στην είσοδο του αυτιού μου.

Θυμάμαι τον απότομο ήχο της παλάμης μου όταν μου δαγκώνεις τον ώμο κι εγώ σε χαστουκίζω σε μια προσπάθεια να σε σταματήσω. Τους ήχους του γέλιου σου και του γέλιου μου. Τον ήχο εκείνο των ελατηρίων του κρεβατιού που στενάζουν όταν βρίσκεσαι πάνω μου. Τον ήχο της δικής μου φωνής όταν δειλά ζητώ ό, τι χρειάζομαι.  Τον ήχο της φωνής σου όταν δίνεις τις απαντήσεις σου. Πάντα τόσο τρυφερές. Πάντα αυτές που θέλω ν’ ακούσω.

Θυμάμαι την ποσότητα του αέρα που δραπετεύει από το στρώμα του κρεβατιού όταν το βάρος των κορμιών μας πέφτει πάνω του. Το τσαλάκωμα του ήχου καθώς κλωτσάς τα σκεπάσματα στην άκρη, κυρίως όμως όταν γίνονται ένα με το χαλί.

Θυμάμαι τους θορύβους του πιπιλίσματος όταν τα δάχτυλά σου γλιστρούν μέσα στο στόμα μου. Τη μικρή προδοσία της απόλαυσης που ξεφεύγει από το στόμα μου όταν τα δόντια σου δαγκώνουν το κάτω χείλος μου. Την απότομη ανάσα μου, όταν προσθέτεις ένα ακόμη δάχτυλο. Και στη συνέχεια ένα άλλο.

Τους ανεπαίσθητους ήχους των δύο κορμιών όταν σέρνονται το ένα ενάντια στο άλλο.

Θυμάμαι τα βρώμικα λόγια που ξεφεύγουν  τόσο εύκολα από τα στόματα και των δυο μας, καθώς σπρώχνεις τον πούτσο σου μέσα μου. Τα χέρια σου γίνονται γροθιές που τρίβονται πάνω στην ιδρωμένη σάρκα. Ένα βογγητό. Μια κραυγή. Ένας λυγμός. Όλα αυτά που επαναλαμβάνονται μέχρι την τελευταία διείσδυση.

Advertisements