Καθόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλο, σ’ ένα μικρό τραπέζι… τόσο μικρό που αν ο ένας από τους δυο μας σκύψει έστω και κατά λάθος, θα μπορέσει να φιλήσει τον άλλο…

… τόσο μικρό που είναι εύκολο ν’ αγγίζουμε ο ένας τα χέρια του άλλου.

Ο μόνος κίνδυνος προέρχεται από τη φλόγα του κεριού που καίει μπροστά μας.

Μέχρι να έρθει η παραγγελία μας, τον κοιτώ που επιτίθεται στο ψωμί, σαν να μην έχει φάει τίποτα όλη την ημέρα. Χαμογελώ, βλέποντάς τον τόσο ορεξάτο και κάνοντας νεύμα στον σερβιτόρο, παραγγέλνω ένα ακόμα καλάθι ξεροψημένο ψωμί…

Το μπουκάλι του κρασιού αδειάζει σχεδόν αστραπιαία… Η κατανάλωσή του επηρεάζει την ποιότητα του χιούμορ του. Γελώ με τον τρόπο που του αρέσει. Όλα γύρω μου εξαφανίζονται μέχρι που ο σερβιτόρος μου θυμίζει διακριτικά που βρισκόμαστε φέρνοντας την παραγγελία μας…

Ένα μεγάλο ψάθινο καλάθι με ψητά κρέατα βουτηγμένα σε μια πηχτή σάλτσα τοποθετείται ακριβώς μπροστά μας, μαζί μ’ ένα μπολ γεμάτο τηγανιτές πατάτες.  Τα λουκάνικα είναι τόσο μεγάλα που βλέποντάς τα αναφωνώ ότι είναι τα μεγαλύτερα που έχω δει ποτέ μου. Συμφωνεί με την άποψή μου, γελώντας. Είμαι αυτός που θα τον ταΐσει στο στόμα. Είμαι αυτός που θα διασφαλίσει τη δίκαιη κατανομή των μερίδων.

Η ζεστή, υπέροχη μυρωδιά των ζυμαρικών -ταλιατέλες με μύδια και μανιτάρια- φτάνει στις μύτες μας προτού η πιατέλα προσγειωθεί στο τραπέζι παρέα με δυο σετ μαχαιροπίρουνα. Είναι η δική του σειρά να τα μοιράσει… άνισα, όπως πάντα. Σκύβοντας να τον φιλήσω, χύνω το ποτήρι με το κρασί στο τραπεζομάντηλο.

Γούρι, γούρι…

Γελάμε και οι δυο… μέχρι να μας σερβιριστεί το επιδόρπιο…

Θα το μοιραστούμε κι αυτό, όπως όλα όσα τα υπόλοιπα φαγητά αυτό το βράδυ…

… ένα δροσερό βράδυ που θυμίζει κάτι από τη ψύχρα του φθινοπώρου που έτσι κι αλλιώς θα καλωσορίσουμε σε λίγες ημέρες… και θα το μοιραστούμε κι αυτό…

… έτσι όπως η αγάπη προστάζει.

Advertisements