Κοιμάται…

Η ανάσα του μόλις που ακούγεται. Το στήθος του ανεβαίνει και κατεβαίνει. Μετρώ τα δευτερόλεπτα κοιτώντας τον και μελετώ κάθε σημάδι που να μαρτυρά εγρήγορση…

Δεν υπάρχει. Ούτε ένα…

Λέω το όνομά του. Ψιθυριστά.

Πάλι. Λίγο πιο δυνατά. Όχι πολύ. Ειλικρινά, δεν θέλω να τον ξυπνήσω.

Παίρνω το χέρι του πάνω μου. Είναι δυνατό και δροσερό. Τα δάχτυλά του, αποδυναμωμένα. Χαϊδεύω τον αντίχειρα και το δείκτη του. Κάνω κύκλους γύρω από τον καρπό του. Μπορώ να αισθανθώ το σφυγμό του. Μπορώ να μετρήσω τους χτύπους της καρδιάς του. Θαρρώ πως η ταχύτητά τους επιταχύνεται, αλλά δεν είμαι και σίγουρος. Αφήνω το χέρι του στο κρεβάτι, εκεί ακριβώς που το βρήκα.

Είναι όμορφος. Το χρώμα των μαλλιών του ταιριάζει πλέον με το ηλιοκαμένο του δέρμα. Τα χείλη του είναι σαρκώδη και θαυματουργά. Φοράει ένα καθαρό, λευκό σλιπ… χαλαρό στη μέση… κολλητό στα κατάλληλα σημεία. Υπάρχουν τρία κουμπιά στο άνοιγμα. Τρία κουμπιά που με δελεάζουν να τα ανοίξω…

Ξέρω ότι πρέπει να τον φιλήσω για να ξυπνήσει. Το έχω διαβάσει στα παραμύθια.

Όμως η τέλεια μορφή του μ’ έχει μαγέψει, μ’ έχει αιχμαλωτίσει, μ’ έχει γοητεύσει. Νιώθω τον εαυτό μου να ερεθίζεται πάλι καθώς κινείται προς το μέρος του. Μουρμουρίζω ξανά το όνομά του. Ο λαιμός μου όμως καταπνίγει κάθε ήχο…

Προσεγγίζοντάς τον, τον χαϊδεύω στο μάγουλο… με τρεμάμενα δάχτυλα. Το δέρμα του είναι ζεστό.

Δεν τον ξυπνώ…

Ανοίξω προσεκτικά το πρώτο από τα κουμπιά. Και στη συνέχεια το δεύτερο… και μετά το τρίτο, το τελευταίο.  Η πανέμορφη διόγκωση του ανδρισμού του μου φέρνει μια γλυκιά ζαλάδα.

Ξυπνάει…

Κοιταζόμαστε στα μάτια…

Περιμένει…

Προσπαθεί να ελέγξει την αναπνοή του, γνωρίζοντας ότι το βλέμμα μου ταξιδεύει πάνω του… πάνω στο κορμί… σε κάθε σημείο του κορμιού του… σε κάθε γυμνασμένο μυ…

Ακούει να λέω το όνομά του. Μια… Δυο φορές. Απαγορεύω στα βλέφαρά μου να τρεμοπαίζουν για να μη χάσω ούτε δευτερόλεπτο από την εικόνα του.

Απλώνει το χέρι του προς το μέρος μου. Τα δάχτυλά του έχουν ξυπνήσει κι αυτά. Είναι μακριά και λεπτά. Φοβάμαι πως αν με αγγίξει θα αισθανθεί την καρδιά μου να χτυπάει τρελά. Πιέζει την παλάμη του πάνω στο στήθος μου και αμέσως μετά απομακρύνει το χέρι του. Τώρα ξέρει…

Είναι σίγουρος για το τι πρόκειται να συμβεί…

Ακούει το όνομά του για τρίτη φορά… σαν αχνή προσευχή…

Τα μάγουλά του έχουν κοκκινίσει σαν να βρίσκονται κοντά σε φωτιά.  

Λαχανιάζει…

Πέφτω πάνω του και τον φιλώ.

Παθιασμένα.

Οδυνηρά.

Απίστευτα αργά…

Χαμογελά…

Έχει ξυπνήσει για τα καλά…

Advertisements