Χτες τη νύχτα… Τι όνειρο ήταν πάλι αυτό; Δεν μπορούσα να κλάψω, δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Λαχάνιαζα, αναζητούσα οξυγόνο, δεν μπορούσα να ελέγξω τα συναισθήματά μου. Τσίμπησα το χέρι μου για να βεβαιωθώ πως είμαι εντάξει. Κουνήθηκα, κουνήθηκα ανεξέλεγκτα, τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια μου, πέρασαν μέσα από τα δάχτυλά μου, χύθηκαν στο πρόσωπό μου, μ’ έκαψαν, έκαψαν το πρόσωπό που έκαψε το μεσημέρι και ο ήλιος. Κούνησα πέρα δώθε τα χέρια μου για να σε αγγίξω, ξέχασα πως έφυγες, ξέχασα πως θα έρθεις από σήμερα να μένουμε και πάλι μαζί, ένιωσα ένα βάρος στο στήθος μου, μάλλον από έλλειψη αέρα, πίστεψα πως θα πέθαινα. Κι όμως… κακό σκυλί ψώφο δεν έχει, έτσι έλεγε η γιαγιά μου. Άνοιξα τα μάτια, σε αναζήτησα, μου φάνηκε πως άκουσα την αναπνοή σου, η καρδιά μου ηρέμησε. Έπρεπε να σε κρατήσω το βράδυ, έχω ανάγκη από μια αγκαλιά, την δική σου αγκαλιά, θέλω να αισθανθώ τα χέρια σου να με σφίγγουνε. Είμαι αδύναμος, θέλω να σου τηλεφωνήσω, η φωνή μου σπάζει. Σηκώνομαι, κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού, κλαίω, κλαίω για τώρα, κλαίω για όλα όσα έχω περάσει, δεν με ενδιαφέρει τίποτα, δεν φορώ την μάσκα του δυνατού, την μάσκα της αυτοπεποίθησης, αυτή τη μάσκα που την έχω για να κυκλοφορώ έξω, το ξέρεις, μόνο εσύ ξέρεις ποιος είμαι πραγματικά, γιατί με στήριξες, γιατί με στηρίζεις… ξέρεις. Έχω μια τάση να αμφιβάλλω για όλα όσα έχω πετύχει στη ζωή, όλα τα καλά, όλα. Κατά βάθος δεν μου ανήκει τίποτα, τίποτα, μόνο εσύ… ξέρεις. Ξέρεις γιατί εσύ με είχες πάει στο νοσοκομείο, όταν γρατσούνησα από απελπισία τα χέρια μου προσδοκώντας να συναντήσω τον νεκρό μου εραστή… ξέρεις. Ξέρεις, γιατί εσύ πέταξες το ξυράφι από το πορτοφόλι και με κράτησες στη ζωή. Φοβόμουν, φοβόμουν πολύ, φοβόβουν γιατί το άλλο μου μισό δεν βρισκόταν στη ζωή και έπρεπε να το ακολουθήσω… και με κράτησες. «Όχι, δεν θα το κάνεις αυτό», μου είπες, έριξες το ξυράφι στο πάτωμα κι εγώ έκλαιγα, συνέχισα να κλαίω, μέχρι που με αγκάλιασες και μου είπες πως μπορώ να στηριχτώ πάνω σου. Ηρέμησα, με ηρέμησε η αγκαλιά σου, το φιλί σου, το βλέμμα σου. Είσαι ο μόνος άνθρωπος που με κρατά ζωντανό, θέλω να κοιμηθώ ήσυχος. Ξαπλώνω, φέρνω την εικόνα σου μπροστά μου, σου ψιθυρίζω, τι θα έκανες αν πέθαινα; Θα με σκεφτόσουνα; Θα με κρατούσες σ’ ένα κομμάτι της καρδιάς σου; Της σκέψης σου; Δεν μπορώ χωρίς εσένα, μπορώ να το φωνάξω μπροστά σε όλο τον κόσμο, να το παραδεχτώ, δεν φοβάμαι, άλλα πράγματα φοβάμαι και το ξέρεις. Βάλε το χέρι σου κάτω από το πηγούνι μου, κάνε με να σε κοιτάξω, φίλησέ με κι εγώ θα σου πω πόσο πολύ σ’ αγαπώ. Είμαι ξαπλωμένος, ζωντανός, γιατί εσύ με κράτησες, ξέρεις, γιατί μου έδειξες, μου δείχνεις την αληθινή αγάπη, δεν θα σε αφήσω ποτέ, δεν θα σε αφήσω γιατί έχεις κάνει πολλά για μένα… ξέρεις. Ζω από την αγάπη σου.

Advertisements