Γουλιά – γουλιά ρουφάει τους χυμούς μου κάνοντας βόλτες με τη γλώσσα του πάνω στο κορμί μου που σπαρταράει, έρμαιο στον αδιάκοπο, ασταμάτητο ρυθμό του.

Τα δάχτυλά του με χαϊδεύουν όσο τα δόντια του ροκανίζουν τη σάρκα μου χαρίζοντας την ένα υπέροχο, ρουμπινί χρώμα μ’ ένα πλούτο αποχρώσεων.

Γνωρίζοντας τι θα επακολουθήσει, προσπαθώ να πάρω τον έλεγχο του εαυτού μου. Δεν είναι εύκολο. Δεν είναι καθόλου εύκολο. 

Χώνει ένα από τα δάχτυλά του στην κωλοτρυπίδα μου. Γκρινιάζω ήρεμα. Ενεργοποιώ τον σφιγκτήρα μου. Σιγά – σιγά χαλαρώνω όμως επιτρέποντας το δάχτυλο του να εισβάλλει όλο και πιο βαθιά. 

Σκύβει και παράλληλα με το δάχτυλό του σπρώχνει μέσα μου και τη γλώσσα του μόνο και μόνο για να γλείψει σχολαστικά τα δαχτυλικά αποτυπώματα που άφησε μέσα μου.

Η μύτη του παίρνει την σκυτάλη αμέσως μετά.

Βράζω μέσα κι έξω…

Πνίγεται από τη σάρκα μου τόσο πολύ που σχεδόν δεν μπορεί να αναπνεύσει.

Τον ικετεύω να σταματήσει… μ’ ένα τρέμουλο φωνής…

Το αποτέλεσμα είναι πολύ διαφορετικό. Γλείφει ολοένα και πιο παθιασμένα, σχεδόν εκστασιασμένα…

Τα βογγητά μου ακούγονται πλέον δυνατά…

Τα σάλια του μην αντέχοντας να μείνουν άλλο στο στόμα του, κυλούν από τις άκρες των χειλιών του στο πηγούνι του…

Τον τραβάω πλέον από τα μαλλιά, ουρλιάζοντας να σταματήσει…

Συνεχίζει με περισσότερο ενθουσιασμό… τινάζοντας τη γλώσσα του σαν να είναι φίδι…

Καταπίνει και απολαμβάνει κάθε σταγόνα, μέχρι και την τελευταία…

Το κορμί μου τρέμει…

Με γλείφει με τόση τρυφερότητα που με συγκινεί…

Μάλιστα, κάθε τόσο χαμογελά…

Στο τέλος, με φιλά στο στόμα και επιτρέπει στη γλώσσα μου να φτερουγίσει στα χείλια του…

Γεύομαι κι εγώ τους χυμούς που έγλειφε τόση ώρα…

… τους δικούς μου χυμούς.

 

Advertisements