… έμεινα να τον κοιτάζω… Δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο παρά να τον κοιτάζω… επίμονα… χωρίς καμία αντίδραση, χωρίς καμία σκέψη… απλά τον κοίταζα… Μια λάμψη είχα τυφλώσει τα μάτια μου και δεν έβλεπα τίποτα… μόνο αυτόν… Αισθάνθηκα τον ιδρώτα σε μορφή σταγόνων να κυλάει στο μέτωπό μου… Να είχα πάθει κάποιο είδος εγκεφαλικής αιμορραγίας; Γιατί όλα σκοτείνιασαν γύρω μου κι έβλεπα μόνο αυτόν; Είναι ένα από τα συμπτώματα; Και οι λάμψεις; Είναι τα συνηθισμένα αντικείμενα που βλέπει κάποιος όταν είναι έτοιμος να πεθάνει ή οι μοίρες είχαν καθορίσει ότι θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έβλεπα στη γη;

Έμεινα να τον κοιτάζω… ακίνητος…  Δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο παρά να τον κοιτάζω επίμονα… Τι παράλογο! . Έμεινα να τον κοιτάζω χωρίς καμία αντίδραση… χωρίς καμία σκέψη… απλά τον κοίταζα…

Γύρισε ξαφνικά το κεφάλι του και τα βλέμματά μας συναντήθηκαν μέσα στο πλήθος ενάντια σε όλες τις πιθανότητες… Ακόμη και από αυτή την απόσταση μπορούσα να δω το χρώμα των ματιών του… ήταν πράσινο… όχι το πράσινο του σμαραγδιού… όχι τόσο πράσινο… Ήταν σκούρο πράσινο προς το μπλε, άλλα όχι αρκετά μπλε… Ήταν το δροσερό πράσινο του δάσους… Ναι, αυτό ήταν. Μπορούσα να αισθανθώ το αεράκι να φυσά απαλά ανάμεσα στα δέντρα… μπορούσα να μυρίσω τη μυρωδιά του πεύκου… Έκλεισα τα μάτια μου μπροστά στην επίθεση που δεχόταν οι αισθήσεις μου…

Δεν ξέρω πόση ώρα στάθηκα εκεί και τον κοιτούσα… Ο χρόνος είχε σταματήσει για μένα… Ποιο σκοπό θα εξυπηρετούσε να μετρώ τα λεπτά… τα δευτερόλεπτα;

«Είσαι εντάξει;»

Η φωνή του ακολουθήθηκε από ένα ελαφρύ άγγιγμα στο μπράτσο μου… Αναπήδησα σαν να με χτύπησε ηλεκτρική ενέργεια… Ενάντια στο ένστικτο, ενάντια στο οποιοδήποτε υπολειμματικό συναίσθημα της κρίσης που είχα, άνοιξα τα μάτια μου…

Τα μάτια του… ήταν σίγουρα πράσινα… Όχι το πράσινο χρώμα του σμαραγδιού… Όχι τόσο πράσινο… Ήταν σκούρο πράσινο με μια μετάβαση προς το μπλε, αλλά όχι αρκετά μπλε… Και ήταν μόλις μερικά εκατοστά μακριά από τα δικά μου… Κράτησα την αναπνοή μου… Ήξερα τα μάτια αυτά… Τα ήξερα σαν να ήταν δικά μου… Τα είχα δει πολλές φορές… πριν πολλά χρόνια… πόσα χρόνια πέρασαν άραγε; Τα είχα δει, αλλά ποτέ σ’ εκείνο το πρόσωπο…

«Είσαι εντάξει;»

Το άγγιγμα του… Το χέρι του ήταν ακόμα στο μπράτσο μου καθώς μου μιλούσε… Πρέπει να τον είχα κοιτάξει επίμονα, πρέπει να είχα κοιτάξει εκείνα τα μάτια του… ένας Θεός ξέρει με ποιο τρόπο… Συνέχισα να μην έχω αντίληψη του χρόνου… το μυαλό μου δεν μπορούσε να επιτρέψει να μετρώ τα λεπτά… τα δευτερόλεπτα…

Μου χαμογέλασε… Ήταν ένα ντροπαλό, διστακτικό χαμόγελο… ένα χαμόγελο που με γέμισε με ερωτήσεις και αβεβαιότητες… ήταν ένα χαμόγελο που το αισθάνθηκα να περνάει από πάνω μου… να χαϊδεύει τη σάρκα μου… δικαιωματικά να εισχωρεί μέσα μου… μέσα στη ψυχή μου… Τα μάγουλά του χρωματίστηκαν κόκκινα… είχαν ροδίσει … Θα ήταν σίγουρα απαλά στην αφή… ευώδη στις αισθήσεις… Σαν να κατάλαβε τι σκεφτόμουν πέρασε το χέρι του πάνω από τα μάγουλά του προσεκτικά, σαν να τα άγγιζε για πρώτη φορά… σαν να ήταν κάτι το ασυνήθιστο…

Του χαμογέλασα… Είδα το χαμόγελό μου να καθρεφτίζεται μέσα στα μάτια του…

«Δεν είμαι βέβαιος…»

Οι βλεφαρίδες του ήταν τόσο μεγάλες που πλεκόντουσαν μεταξύ τους καθώς ανοιγόκλεινε τα μάτια του…

«Ξέρεις… με κοίταζες τόσο έντονα… που… πίστεψα ότι με ήξερες»

Τα μάγουλά του συνέχισαν να είναι χρωματισμένα κόκκινα… μόνο που το χρώμα τους είχε γίνει βαθύ κόκκινο όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα…

Θέλησα να του πω… «Ναι… ναι… σε ξέρω… Φυσικά και σε ξέρω…»

Αλλά του είπα… «… Όχι… συνηθίζω να κοιτάζω αφηρημένος»

Είδα τα μάτια του ελαφρώς θλιμμένα… Προσπαθούσε να θυμηθεί αν με ξέρει…

«Είσαι σίγουρος; Θα μπορούσα να ορκιστώ…»

Συνειδητοποίησα ότι το χέρι του είχε παραμείνει στο μπράτσο μου όλο αυτό το χρόνο που μιλούσαμε… Το συνειδητοποίησα επειδή αισθάνθηκα το μπράτσο μου ξαφνικά κρύο και παρατήρησα ότι είχε απομακρύνει το χέρι του από πάνω μου… Το σημείο όμως που είχαν αγγίξει τα δάχτυλά του παρέμενε ζεστό… Κάλυψα το σημείο αυτό με το χέρι μου, τρίβοντάς τον, σαν να ήθελα να αγγίξω αυτό που ο ίδιος είχε αγγίξει…

Κοίταξε τι έκανα… δεν μπορούσε διαφορετικά…  Και έκανε κάτι που ίσως να μην είχε προγραμματίσει να κάνει… Κάλυψε το χέρι μου με το δικό του χέρι… Αναστέναξα, έβγαλα έναν βαθύ αναστεναγμό… έναν αναστεναγμό που προήλθε από το πιο κατώτατο σημείο του πνεύμονά μου… μέσα από την καρδιά μου… Πιάνοντας το χέρι μου μόλις που κρατήθηκα να μη πω

«Γιάννη;»

Αισθάνθηκα την ίδια ζεστασιά όπως όταν με άγγιζε, όπως όταν έπεφτα λυτρωτικά στην αγκαλιά του σαν πονεμένο κουτάβι και σκούπιζα το μέτωπό μου στο στήθος του… Ποτέ δεν περίμενα πως θα αισθανόμουν έτσι… ακριβώς έτσι… όπως τότε… Και αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι, γιατί ο εγκέφαλός μου σκοτείνιασε ξαφνικά και μια μαυρίλα πέρασε μπροστά από τα μάτια μου…

Advertisements