«Έλα γρήγορα…», του λέω… «… χρειάζομαι τα φιλιά σου… επιτακτικά… πρέπει να με φιλήσεις πάλι προτού στεγνώσουν εκείνα που μου έδωσες το πρωί…»…

Τα φιλιά που μου δίνει το πρωί έχουν μια τάση να μένουν πάνω μου… να καθυστερούν να φύγουν τα σάλια του… μ’ αυτά τα φιλιά στα χείλια μου περνώ όλες τις ώρες στη δουλειά και όταν πλησιάζει η ώρα να φύγω θέλω κι άλλα… περισσότερα… Τα χείλια μου πεινούν για εκείνη την αφή, των χειλιών του την αφή… ξανά και ξανά… επανειλημμένα…

Τα φιλιά του είναι, ίσως, τα τελειότερα που έχω δεχθεί στη ζωή μου… Τα παίρνω  με την ίδια χαρά όπως τα δώρα που έπαιρνα μικρός  και τα επεξεργαζόμουν προσεκτικά σχεδιάζοντας με ποιο τρόπο θα τα απολαύσω όσο το δυνατό πιο καλύτερα… Καθένα από τα φιλιά του ταξιδεύουν μέσω των χειλιών μου στο αίμα μου ζεσταίνοντας το κορμί μου… Τα σάλια από τα φιλιά του μέσω των χειλιών μου φτάνουν στο στομάχι μου και με καίνε… Καθένα από τα φιλιά του αγγίζουν την καρδιά μου, κάνοντάς με να θέλω να κλάψω ή να τραγουδήσω χαζά ερωτικά τραγούδια ή να φιληθώ ξανά…

Τα φιλιά του είναι από τα φιλιά εκείνα που πρέπει να διανέμονται χωρίς συνταγή, δεν είναι καθόλου επικίνδυνα, το αντίθετο μάλιστα…  φιλιά που δεν δίνονται κατά λάθος ή χωρίς λόγο είναι τα καλύτερα φιλιά… τα πιο ωφέλιμα φιλιά…

«Πρέπει να με φιλήσεις προτού να είναι πάρα πολύ αργά…», του λέω…

Advertisements