Καθόμαστε σ’ ένα χαμηλό τοίχο, λίγα μέτρα από το έδαφος, και βλέπω το πρόσωπό του να φωτίζεται με μια αχνή, πορτοκαλί λάμψη καθώς ανάβει το τσιγάρο που του έχω προσφέρει. Εισπνέει τον καπνό και τον εκπνέει από την αριστερή πλευρά του στόματός του, κάνοντάς τον βορά στον άνεμο. Τα μάτια του λάμπουν στο σκοτάδι…
«Φίλησέ με…», μου λέει…
Τα λόγια του φτάνουν στα αυτιά μου ως έκπληξη. Ούτε καν ακούω το «… παρακαλώ» που προσθέτει στην πρότασή του αμέσως μετά…
«Ακούω καλά; Συνήθως αυτό το ζητάω εγώ…», του λέω και ρουφάω μια ακόμη γουλιά από τη μπύρα που κρατώ, ανεβάζοντας το ποσοστό του αλκοόλ που κυκλοφορεί στις φλέβες μου.
Εισπνέει άλλη μια φορά τον καπνό και στη συνέχεια πετάει το τσιγάρο. Με το ελεύθερο πλέον χέρι του, πιάνει το δικό μου. Τα δάχτυλά του σκάβουν τη χούφτα μου…
«Δεν έχει σημασία ποιος από τους δυο θα το ζητήσει…», μου λέει και συμπληρώνει: «… Θέλω να το νιώσω εδώ… εδώ ψηλά, στο μάγουλο…»
Σηκώνει το χέρι μου, το φέρνει μέχρι το πρόσωπό του και πιέζει την παλάμη μου στο μάγουλό του. Αν και φυσάει, μπορώ να αισθανθώ τη ζεστασιά του δέρματός του…
«Δεν μπορώ να αρνηθώ! Μου το ζήτησες τόσο γλυκά…», του λέω…
Σε κάθε λέξη που λέω ο τόνος της φωνής μου χαμηλώνει… σβήνει… μέχρι που το μόνο που ακούγεται από το στόμα μου είναι ένας ψίθυρος… ένας ψίθυρος που σβήνει κι αυτός με το που του δίνω το φιλί στο σημείο ακριβώς που μου το ζήτησε: Στο μάγουλο. Χωρίς να προβάλει την παραμικρή αντίσταση, δέχεται το ένα φιλί μου μετά το άλλο, δαγκώνοντας τα χείλη του και χαμογελώντας…
«Πιο πολύ…», μου λέει…
«Τι;», ρωτώ…
«Φίλα με πιο πολύ…», μου λέει…
Ο άνεμος δυναμώνει. Γίνεται ολοένα και πιο ισχυρός… απρόσκλητος μάρτυρας των φιλιών που του δίνω… με θάρρος… χωρίς την παραμικρή υποψία δισταγμού, χωρίς να σκεφτώ, να αξιολογήσω τη γύρω περιοχή, να σιγουρευτώ ότι μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Ειλικρινά, στο μυαλό μου κυριαρχεί η σκέψη για το πώς θα γίνει πραγματικότητα το επόμενο φιλί, και μετά το επόμενο, το επόμενο… και ούτω καθεξής… Το μόνο σίγουρο είναι ότι σε κάθε νέο φιλί, τα μάγουλά του γίνονται πιο κόκκινα… όχι από τη ψύχρα του καιρού που δοκιμάζει το υπόλοιπο δέρμα του, αλλά από τη ζεστασιά των χειλιών μου. Δεν σταματά να δαγκώνει τα χείλη του και να χαμογελά, ακριβώς όπως λίγα λεπτά πριν…
Μετά, απλώνει τα χέρια του και αγκαλιάζει το κεφάλι μου, αιφνιδιάζοντάς με ξανά…
«Περισσότερο πάθος… παρακαλώ», μου λέει…

Advertisements