«Είσαι έτοιμος;», ρωτάει…

Από όλες τις φορές που έχω ακούσει την ερώτηση αυτή, η αποψινή είναι η πρώτη που συνοδεύεται από μια ανεξήγητη, έντονη συγκίνηση που ανεβάζει τις δόσεις της αδρεναλίνης στο αίμα μου και κάνει την καρδιά μου να τρέχει σαν αυτή ενός αθλητή που κάνει πρωταθλητισμό. Δώδεκα από τις πιο ισχυρές φαντασιώσεις μου εναντιώνονται μέσα στο μυαλό μου, παρασύροντάς με σ’ έναν καταρράκτη ερωτισμού… Γνωρίζει εκ των προτέρων ότι πρόκειται να απαντήσω θετικά. Γνωρίζει, πολύ πριν προφέρει με στόμφο τη κάθε λεξούλα ότι θα συμφωνήσω σχεδόν αμέσως, δίχως καθυστέρηση. Είναι πολύ σημαντικό για μια σχέση να είσαι πάντα έτοιμος όταν ο άλλος σ’ έχει ανάγκη, πόσο μάλλον όταν αυτός είναι τόσο αξιολάτρευτος…

«Είμαι έτοιμος…», απαντώ…

Η φωνή μου ακούγεται σαν να είναι τυλιγμένη μ’ ένα αδικαιολόγητο άγχος. Στιγμιαία, έρχομαι σε μια εσωτερική σύγκρουση με τον εαυτό μου για το αν πρέπει να πέσω κατευθείαν στην αγκαλιά του ή αν πρέπει να δείξω χαρακτήρα. Είμαι γνωστός για την αναποφασιστικότητά μου. Είναι κάτι που δεν μπορώ να διαχειριστώ αν και δεν χρειάζεται ν’ ανησυχώ. Απλά, χρειάζομαι λίγο χρόνο παραπάνω για να καταλήξω σ’ αυτό που πρέπει να κάνω…

«… Πάρε μια ανάσα. Δεν βιάζομαι…», μου λέει, διευκολύνοντάς με… έστω και προσωρινά…

Βλέποντας το σλιπ του να φουσκώνει λίγο… να, εκεί μπροστά, τεντώνομαι και κάνω μια βαθιά βουτιά, ελαφρώς προς τα κάτω, θυμίζοντας περισσότερο αιλουροειδές και όχι άνθρωπο. Ευτυχώς, διατηρώ ακόμα την ευκινησία μου, την πλαστικότητα της κίνησης… Τα μάτια του αστράφτουν στο σκοτάδι που επικρατεί στο δωμάτιο. Δεν αποκαλύπτω ούτε μια από τις προθέσεις μου. Δεν δίνω το παραμικρό στίγμα της θέσης μου μέσα στο χώρο. Παραμένω κρυμμένος, σαν να θέλω να στήσω μια ενέδρα σε κάποιο αθώο, ανυποψίαστο θύμα… μέχρι που με αγγίζει. Η αντίδρασή μου είναι αρκετά άμεση. Αρχίζω να τρέμω. Λίγα λεπτά αργότερα, βρίσκομαι ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι, σφαδάζοντας από την ηδονή…

Τη στιγμή που γλιστράει το δάχτυλό του στο στόμα μου, παίρνω όρκο ότι γεύομαι το αλατοπίπερο από το γεύμα μας . Δεν μπορώ να ηρεμήσω. Παρασύρομαι, εν γνώσει μου, σε μια παθητική στάση, κλείνοντας τα μάτια μου κι έχοντας τον αντίχειρά του φυλακισμένο ανάμεσα στα χείλια μου. Είμαι εθισμένος στις κακές καταχρήσεις. Είναι κάτι που το γνωρίζει και το εκμεταλλεύεται χωρίς να έχει πει ποτέ την παραμικρή κουβέντα… ούτε καν μια απλή διαβεβαίωση. Ακόμα κι εγώ, που δεν βάζω γλώσσα μέσα μου, υποστηρίζω ότι πρέπει να διατηρηθεί αυτή η απίστευτα τρυφερή στιγμή. Χωρίς να μιλάμε, προδικάζουμε ότι δεν θ’ ακουστεί ο παραμικρός ήχος, εκτός απ’ αυτόν της ανάσας… Δεν θέλω να κάνουμε κάτι, δεν είναι ανάγκη. Πρέπει απλώς να παραμείνουμε αγκαλιασμένοι και ας με μεθάει το άρωμα των μαλλιών του, προκαλώντας με να προβώ σε δράσεις διαφορετικές από τα θέλω και τις σκέψεις μου…

Advertisements