… καταπίνοντας την τελευταία γουλιά, αφήνω το άδειο ποτήρι στο τραπεζάκι.

Θέλω να σηκωθώ, αλλά δεν το τολμώ … ακόμα. Μια ελαφρά ζαλάδα μετά την κατανάλωση τριών ποτηριών γεμάτων κόκκινο κρασί, δικαιολογείται, οπότε γιατί να μη καθίσω ήσυχος στη γωνία του καναπέ; Παίρνω μια βαθιά ανάσα και χαϊδεύω την κοιλιά μου. Είναι μια τρυφερή κίνηση για να επιβεβαιώσω χωρίς λόγια την ικανοποίησή μου από τη γευστική πανδαισία του γεύματος που ετοίμασε ειδικά για μένα, σήμερα Τσικνοπέμπτη. Από την άνεση της θέσης που βρίσκομαι, οχυρωμένος πίσω από τα μεγάλα μαξιλάρια του καναπέ, περιφέρω το βλέμμα μου στο γύρω χώρο… από τον ένα τοίχο στον άλλο. Το τρεμόπαιγμα των κεριών προσδίδει στο δωμάτιο μια ρομαντική γοητεία. Το χέρι μου επιστρέφει στο άδειο ποτήρι… Η δίψα μου για ποτό δείχνει απροκάλυπτα άσβεστη απόψε και δεν παρακινδυνεύω να τη διαχειριστώ. Ο θόρυβος των πιάτων, τη στιγμή που απομακρύνονται από το τραπέζι, ανακατευθύνει το βλέμμα μου.

Χαμογελώ, παρακολουθώντας τον να μαζεύει τα πιάτα και να καθαρίζει το τραπέζι γρήγορα και αποτελεσματικά. Επέστρεψα τόσο κουρασμένος από τη δουλειά που ακόμα και νερό αν τολμούσα να μαγείρευα είμαι σίγουρος ότι θα το έκαιγα! Ευτυχώς, το μωρό μου φρόντισε για όλα, παρόλο που δεν φημίζεται για τις μαγειρικές του ικανότητες, αλλά γι’ αυτές κάτω από τα σκεπάσματα. Αυτό που θαυμάζω περισσότερο απ’ όλα, καθώς περπατά γύρω από το τραπέζι, είναι το νέο του μπόξερ –το μοναδικό ρούχο που φοράει- στολισμένο με κερασάκια και κόκκινες καρδιές! Αν επιμείνω να τον κοιτώ, είμαι σίγουρος ότι θα βρω κι άλλα, περισσότερο όμορφα πάνω του…

Του ζητώ να μου γεμίζει το ποτήρι με κρασί. Πίνω μια γενναιόδωρη γουλιά και συνειδητοποιώ ξανά πόσο νόστιμο είναι. Σηκώνομαι. Με ασταθή βήματα προχωρώ προς το παράθυρο. Το ανοίγω και κοιτώ έξω… Κοιτώ προς τα πάνω, στον ουρανό. Θαυμάζω τη φωτεινότητα των άστρων και το δαχτυλίδι που λάμπει γύρω από το φεγγάρι. Πίνω μια δεύτερη γουλιά. Το πρόσωπό μου έχει κοκκινίσει, έχει γίνει ασορτί με το χρώμα του κρασιού.

Τη στιγμή που με πλησιάζει, εναποτίθεμαι στην αγκαλιά του και ψιθυρίζω στο αυτί του:

«Δεν θ’ αφήσω να χυθεί ούτε μια σταγόνα…»

… και δεν αναφέρομαι στο κρασί…

Μου χαμογελάει, παίρνει το ποτήρι από το χέρι μου και το ακουμπά δίπλα στο δικό του…

«… ήπιες πολύ και δεν ξέρεις τι λες», μου λέει…

«Κάτσε και θα δεις…», του λέω

Το χαμόγελο του παγώνει στα χείλια του…

Advertisements