Ήταν ήδη ξαπλωμένος στο κρεβάτι, όταν μπήκα στο δωμάτιο. Σκεπασμένος μέχρι τη μέση με μια πικέ κουβέρτα. Οι μπούκλες του, όπως συνήθως, αλήτευαν στο μαξιλάρι .

«Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ…», είπε… «Άργησες»

«Είμαι σπίτι τώρα…», είπα, λύνοντας τη γραβάτα μου κι αφήνοντας το σακάκι να κρέμεται στο πόμολο της ντουλάπας…

«Αυτά τα ωράρια στη δουλειά δεν μ’ αρέσουν καθόλου! Πρέπει να σε αφήσουν ήσυχο! Λοιπόν… τέλος στις υπερωρίες! Θα μου υποσχεθείς ότι δεν θα κάνεις ξανά…», είπε…

«Ποτέ;», ρώτησα…

«Ποτέ», απάντησε

«Να ξαπλώσω… -Να! Εδώ- … πλάι σου;», ρώτησα… χωρίς να περιμένω την απάντησή του. Γυμνός σύρθηκα κάτω από την κουβέρτα, τον τύλιξα στην αγκαλιά μου κι έσφιξα τα δάχτυλα των χεριών του με τα δικά μου δάχτυλα, τραβώντας τον κοντά… πολύ κοντά μου…

«Μήπως δεν θα έπρεπε να σηκώνομαι καθόλου από το κρεβάτι;», ρώτησα…

«Δεν είπα αυτό! Φυσικά και πρέπει να σηκώνεσαι… Το πρωί, για παράδειγμα, κάποιος πρέπει να ετοιμάσει τον καφέ», απάντησε…

«Μόνο τότε;», ρώτησα…

«… και για να κάνεις ντους! Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά», απάντησε…

«Και τις υπόλοιπες ώρες…. Τι; Τι θα κάνουμε;», ρώτησα…

Το κορμί μου κινήθηκε αργά εναντίον του και όταν μηδενίστηκε η απόσταση μεταξύ μας, κρατώντας τον πάντα από τα χέρια, έτριψα τη λεκάνη μου ανάμεσα στα πόδια του. Έτσι όπως ήμασταν σφιχταγκαλιασμένοι, σήκωσε το κεφάλι του για να με φιλήσει.

«Θα γαμιόμαστε… όπως τώρα…», απάντησε…

«Ε, τότε υπόσχομαι ότι δεν πρόκειται να πάω ποτέ ξανά στη δουλειά», είπα…

… και χώθηκα μέσα του, τηρώντας άμεσα και χωρίς περιστροφές και βερμπαλισμούς την υπόσχεσή μου. Αναστέναξε και τύλιξε τα χέρια του γύρω από το κορμί μου, σε μια προσπάθεια να πάρει τα ηνία των κινήσεών μου.

«Το υπόσχομαι…», είπα… φιλώντας τον στο λαιμό… και στα χείλια, για μια ακόμη φορά… Τα χέρια μου περπάτησαν σε ολόκληρο το κορμί του, κυρίως όμως στη τοξωτή πλάτη του. Τα δάχτυλά μου μετακόμιζαν πότε εδώ, πότε εκεί, ενώ ανέβαζα το ρυθμό μου και βυθιζόμουν στο κορμί του, ολοένα και πιο βαθιά, σαν να με τραβούσε κάτι μέσα του. Οι ανάσες μας ανόμοιες και γρήγορες, σκέπαζαν πολλές φορές ακόμα και τους ήχους της γκρίνιας που έβγαινε από τα στόματά μας, καθώς πλησιάζαμε όλο και πιο κοντά στα άκρα…

«Να φεύγεις στις πέντε…», ψιθύρισε. «Όταν το ρολόι δείχνει πέντε θα φεύγεις και θα έρχεσαι σ’ εμένα»

Δάγκωσα τα χείλια του και έσφιξα τους καρπούς των χεριών του με τα δάχτυλά μου. Ψιθυρίζοντας «Θα είμαι πάντα εδώ», το κορμί του άρχισε να συσπάται… να τινάζεται… Δυο – τρεις λυγμοί έφτασαν με πολύ προνομιακούς όρους στα αυτιά μου που τους καταβρόχθισαν σχεδόν αμέσως..

«… πάντα», επανέλαβα… ψιθυριστά…

Advertisements