«Δίδαξέ με»

«Γδύσου»

Βαδίζω μέχρι το μαυροπίνακα, πιάνω μια κιμωλία και γράφω ψηλά-ψηλά δυο λέξεις: «Πρώτο μάθημα»

Γυρίζοντας το κεφάλι μου, συναντώ το γυμνό κορμί του, φωτισμένο. Θα μπορούσα από τη θέση που βρίσκομαι να μυρίσω το άρωμά του έτσι όπως το ωρίμασε η μέρα, αλλά δεν μπορώ να παραμένω απομακρυσμένος, πρέπει να πλησιάσω. Τρίβοντας το παντελόνι μου, μπροστά, διευκολύνω ν’ ανθίσει βιαστικά μια στύση. Βγάζω τα παπούτσια μου κλωτσώντας τα προς το μέρος του. Ξεκουμπώνω τα πρώτα κουμπιά του πουκάμισου μου. Ο υπερβολικός ενθουσιασμός με εμποδίζει να το βγάλω. Στέκομαι πλέον κοντά του. Τον βλέπω να λυγίζει τα γόνατά του. Η γλώσσα του υγραίνει τα χείλια του. Τα μάτια μου γιορτάζουν κοιτώντας τις κυματιστές μπούκλες του που ρέουν από την κορυφή του κεφαλιού του.

Δεν υπάρχουν λόγια κατάλληλα να ειπωθούν…

Με τα δυο μου χέρια κρατώ το κεφάλι του και το μεταφέρω εκεί που πρέπει… Φέρνω το στόμα του σε απόσταση αναπνοής από την παλλόμενη στύση μου, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς δισταγμό. Τα μάτια του παρακολουθούν τον πούτσο μου να επεκτείνεται, να σηκώνεται ψηλά, να ταλαντεύεται στον αέρα… Σηκώνει το χέρι του και με τα δάχτυλά του τον τυλίγει περιμετρικά, τεντώνοντας απαλά τη λεία σάρκα. Η πικάντικη μυρωδιά που ξεχειλίζει, πλημμυρίζει τα ρουθούνια του, αυξάνοντας το πόθο του για μένα…

Η έκφραση του προσώπου του είναι μοναδική…

Τον γλείφει κάπως άτσαλα, αλλά με ενθουσιασμό. Σε κάθε πέρασμα της γλώσσας του, το κορμί μου ριγεί. Η θερμότητα της γλώσσας του με κάνει να αισθάνομαι ότι κρύβει στο στόμα του έναν αναπτήρα έτοιμο να με κάψει.

Δυνατά βογκητά δραπετεύουν από το λαιμό μου , καθώς η ροδαλή, σαρκώδη γλώσσα του ακολουθεί τα ίχνη της κορυφογραμμής της στύσης μου… Το κορμί μου αρχίζει να τρέμει.

Προτού προλάβει να τυλίξει τη βάλανο με τη γλώσσα του και στη συνέχεια να τον γλιστρήσει μέσα στο στόμα του, βγάζοντας μια συνταρακτική κραυγή σαν τους τραγωδούς στην Επίδαυρο, σκορπίζω τα καυτά υγρά μου με ορμή στο πρόσωπό του…

Τα χαρακτηριστικά του παγώνουν… Προφανώς βρίσκεται σε κατάσταση σοκ. Το καταλαβαίνω. Το καταλαβαίνω, αλλά δεν μπορώ να αρθρώσω ούτε λέξη. Προσπαθώ να επαναφέρω την αναπνοή μου στους φυσιολογικούς ρυθμούς της, μήπως και μπορέσω να μιλήσω. Επαναφέροντας τον εαυτό μου σε κατάσταση απόλυτης ψυχραιμίας… μιλώ:

«Το πρώτο μάθημα ήταν αφιερωμένο στην περιποίηση του προσώπου»

«Αλήθεια;»

«Ναι»

«Λίγο σύντομο δεν ήταν;»

«Ήταν τα SOS…»

Advertisements