Ήθελα να τον δω ξανά. Ήταν καλοκαίρι. Η πόλη καιγόταν στους 39 βαθμούς Κελσίου κι όμως βγήκα έξω μόνο και μόνο για να κλέψω έστω και για λίγα δευτερόλεπτα την εικόνα του. Καθόταν όπως πάντα σε μια από τις καφετέριες επί της πλατείας της Αγίας Ειρήνης. Τη στιγμή που περνούσα ο DJ έπαιζε το «Only this Moment» των Royksopp. Στο υπαίθριο ανθοπωλείο τα λουλούδια σχημάτιζαν μια παλέτα διαφορετικών χρωμάτων, απόλαυση για το βλέμμα ενός καλλιτέχνη. Το ανοικτό κίτρινο των μαργαριτών λουσμένο στο χρυσό των ακτίνων του ήλιου, το κόκκινο των τριαντάφυλλων, το φούξια των πανσέδων. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά εξαιτίας της υγρασίας. Η ζέστη καψάλιζε τους πνεύμονές μου σε κάθε εισπνοή και μούσκευε ακόμα πιο πολύ το έτσι κι αλλιώς ιδρωμένο μου κορμί. Κρύφτηκα πίσω από την εκκλησία και παρέμεινα εκεί περιμένοντας μέχρις ότου φωνάξει τον σερβιτόρο για να πληρώσει το αντίτιμο του καφέ. Με το που σηκώθηκε, βγήκα από την κρυψώνα μου και με βήμα γοργό τον ακολούθησα. Διασχίσαμε μαζί την Ερμού. Αναρωτιόμουν αν θα με θυμόταν από τις ματιές και τα όλο νόημα χαμόγελα που είχαμε ανταλλάξει λίγες μέρες πριν στην πλατεία Συντάγματος. Ένα γκρουπ πανύψηλων Αμερικανών μου έκρυψε στιγμιαία τη θέα. Τον έχασα. Τον έχασα; Όχι. Όχι. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον χάσω. Δεν θα το επέτρεπα στον εαυτό μου. Άλλαξα βηματισμό. Τον είδα ξανά. Οι μπούκλες του λαμπύριζαν στο φως του ήλιου. Περπατούσε αργά ρίχνοντας αδιάφορες ματιές στις βιτρίνες των εμπορικών καταστημάτων. Τον προσπέρασα στο ύψος των Mc Donald’s. Ήμασταν έτοιμοι να διασχίσουμε το δρόμο, να περάσουμε απέναντι, στην πλατεία. Ο χρόνος που το χρώμα των φαναριών αλλάζει από κόκκινο σε πράσινο είναι ελάχιστος. Τον ακολούθησα τρέχοντας, αν και το γαμημένο το τσιγάρο μου έβαλε τα συνηθισμένα του εμπόδια. Πρέπει κάποτε να πάρω τη γενναία απόφαση να το κόψω. Σταμάτησε σ’ ένα περίπτερο. Σταμάτησα κι εγώ. Έπρεπε να βρω μια καλή αφορμή για να του μιλήσω. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα αναθεματισμένης αμηχανίας έκανα την αρχή και είπα ένα απλό: «Γεια». Γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε. Η έκφραση του έδειχνε έκπληξη, πραγματική έκπληξη. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν ευχάριστη ή δυσάρεστη. «Γνωριζόμαστε;», με ρώτησε. «Όχι», απάντησα. «Τότε, τι; Τι θέλεις;», με ρώτησε. «Ένα πακέτο τσιγάρα», απάντησα… ο μαλάκας, ο μεγαλύτερος μαλάκας που κυκλοφορούσε εκείνη τη στιγμή στην πόλη. «Ξέρεις, δεν είμαι περιπτεράς», μου είπε… και χαμογέλασα… αμήχανα. «Ψάχνεις κάτι;», με ρώτησε. «Εσένα», απάντησα χωρίς υπεκφυγές. Κοιταχτήκαμε στα μάτια για το επόμενο ένα λεπτό… ίσως και λιγότερο. Μετά, κοίταξε ολόγυρά του σαν να περίμενε να περάσει κάποιο γνωστό του πρόσωπο. Δεν φαινόταν να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην παρουσία μου. «Θέλεις να πιούμε ένα καφέ;», του πρότεινα. «Μόλις ήπια», μου απάντησε. «Θέλεις να πάμε στο σπίτι μου;», τον ρώτησα. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ήμουν ένας ντροπαλός έφηβος που αρνούνταν να συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα και αρκούνταν σε μια βιαστική μαλακία για να σβήσουν οι ορμές. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που τα ντροπαλά χάδια αντικαθιστούσαν τη μαγεία της ερωτικής επαφής… της ολοκληρωμένης ερωτικής επαφής. Θέλησα να είμαι ξεκάθαρος. «Θέλω να γαμηθούμε», του είπα… δοκιμάζοντας, ρισκάροντας… μη μπορώντας να ξεφύγω από την εικόνα του όμορφου άγνωστου που είχε στοιχειώσει το μυαλό μου. «Που είναι το σπίτι σου;», με ρώτησε. «Στη Φωκυλίδου», απάντησα. Εκεί, λοιπόν, φιληθήκαμε κάτω από μια νεραντζιά, πλάι στην άσφαλτο.

Το φιλί ήταν διστακτικό όπως αρμόζει στην πρώτη φορά που φιλάς κάποιον… σαν αυτό που ανταλλάσσουν κρυφά τα ζευγάρια στις τουαλέτες του σχολείου… Τι φιλί! Τα χείλια μαλάκωσαν από την υγρασία και ενώθηκαν, κολλώντας μεταξύ τους… Τα στόματα συγκρούστηκαν. Οι γλώσσες επιδίωκαν να ανακαλύψουν το άγνωστο… αγγίζοντας και γλιστρώντας… γλιστρώντας σαν τις χελώνες που κρυφοκοιτάζουν πίσω από το καβούκι τους… αγγίζοντας με θαρραλέο ενθουσιασμό… Τα σάλια έρεαν άφθονα σαν να νερά των σιντριβανιών που μας άφησε κληρονομιά η δημαρχία του Αβραμόπουλου. Κι αυτό που έμεινε απ’ όλο αυτό ήταν τα εγκαύματα από την έκθεσή μας στον ήλιο… και τα εγκαύματα των χειλιών μας από τα φιλιά που έμειναν ανεξίτηλα στη μνήμη μας…

Όταν συναντηθήκαμε ξανά… ήταν πλέον φθινόπωρο.

Τα χρώματα και οι αποχρώσεις της φύσης είχαν αλλάξει και οι ακτίνες του ήλιου είχαν κρυφτεί σε σκοτεινά κιβώτια. Τα φύλλα των δέντρων είχαν το χρώμα των τούβλων κι αυτό της χρυσόβεργας. Τα νεράντζια ήταν αμέτρητα… βαριά, γεμάτα χυμούς. Οι Εύζωνες με καλοψημένα μάγουλα, ενθύμιο του καλοκαιριού παρέμεναν μια αιτία για να αισθάνεσαι εθνικά περήφανος. Οι δρόμοι της πόλης βούιζαν από τον κόσμο που μόλις είχε επιστρέψει από τις ολιγοήμερες καλοκαιρινές του διακοπές…

Με το που με είδε, με αγκάλιασε και με φίλησε…

Το φιλί του ήταν πρόθυμο… ορμητικό, όπως τα παιδιά που ξεχύνονται στο προαύλιο με το που ακούγεται το κουδούνι. Τρέξαμε λαίμαργα τα χείλια μας στις γνωστές θέσεις επιτρέποντας μόνο ψιθύρους να πλημμυρίζουν τον αέρα. Οι γλώσσες μας ανακατεύτηκαν στη πεινασμένη αναζήτηση μιας προφορικής ουτοπίας. Φιληθήκαμε έως ότου τα χείλια μας νεκρώθηκαν… πρήστηκαν… έγιναν ανίκανα να αισθανθούν το παραμικρό στη βιασύνη του φθινοπώρου, στη βιασύνη των παιδιών… στη βιασύνη των φιλιών που παρακινούν την καρδιά να ξεδιψάσει τη δίψα της …

Η επόμενη συνάντηση… έγινε το Χειμώνα…

Κρύο… Βόρειοι άνεμοι έκαναν τις οδούς να δείχνουν σαν κάποιος να τις ανατίναξε. Οι καστανάδες είχαν εμφανιστεί στις άκρες των δρόμων. Οι θερμές ριπές των αναπνοών ήταν απαραίτητες για να νιώσει κανείς τη ζεστασιά. Στο κρύο οι ανάσες ακούγονται σαν τα τρένα που προχωράνε στην ανηφόρα. Η φύση αποχρωματισμένη από τα συνηθισμένα της χρώματα ήταν τόσο μα τόσο βαρετή. Το ίδιο και τα γυμνά από φύλλα δέντρα, γεμάτα σκελετικά κλαδιά… Τα κτήρια σκοτεινά… Καπνός δραπέτευε από τις καπνοδόχους. Τα ζευγάρια αγκαλιάζονταν στοργικά…

Γίναμε κι εμείς ένα από αυτά.

Το φιλί του ήταν τρυφερό, μα και οδυνηρό ταυτόχρονα… Η ερωτική όρεξη αχόρταγη. Τα χείλια ήταν πιο σαρκώδη από ποτέ… πιο τρυφερά και από το ευγενέστερο χάδι. Η γλώσσα του αναγνώρισε τη δική μου γλώσσα… Τα χείλια του αναγνώρισαν τα δικά μου χείλια… Η αναπνοή του αναγνώρισε τη δική μου αναπνοή. Οικειότητα… στη κυριαρχία του χειμώνα, στη κυριαρχία των ζωών μας καθώς αλλάζουν… στη κυριαρχία της ανομολόγητης αγάπης…

Κάπως έτσι μας βρήκε η… Άνοιξη… εκεί, κάτω από τη νεραντζιά επί της Φωκυλίδου.

Ο κόσμος είχε ανοίξει για τα καλά τις αγκαλιές του και τα βλέμματα ήταν ονειροπόλα. Ο ήλιος κέρδιζε τη χαμένη θέση του στο γαλάζιο του ουρανού απαιτώντας μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής… Το φεγγάρι γνωρίζοντας πότε πρέπει να υποχωρεί, γλιστρά σιωπηλά πίσω από τα σύννεφα κάνοντας πιο μικρή τη νύχτα. Τα πουλιά κελαηδούσαν στους σωστούς τόνους… σε λάγνους τόνους… ανταλλάσσοντας το κουτσομπολιό της χειμερινής τους περιπέτειας… Τα λουλούδια είχαν ανθίσει με τη βοήθεια των συγκρατημένων ακόμα ακτίνων του ήλιου και των σταγόνων του νερού που έπιναν εγκάρδια… Τα πρόσωπα όλων ήταν χαρωπά. Οι άνθρωποι στέκονταν ευτυχισμένοι ευθυγραμμίζοντας τα βήματά τους με τη νοητή γραμμή των πεζοδρομίων… Ο βαθυγάλαζος ουρανός ήταν ένα υπέροχο σκηνικό για τους ερωτευμένους που αγκαλιάζονται, ενώ τα εύθυμα αεράκια ανακατεύουν τα μαλλιά τους… Η φύση γεννιέται ξανά…

… κι εμείς κάνουμε μια νέα αρχή…

Το φιλί του είναι θορυβώδες, όπως τα πασχαλινά αυγά όταν τα τσουγκρίζουμε την Ανάσταση… Η αγάπη κυριαρχεί… οι ψίθυροι… οι υποσχέσεις και οι όρκοι… Τα στόματα ανοίγουν… οι γλώσσες ενώνονται, τα χείλια συνθλίβονται βαδίζοντας μεταξύ τους… Η σκιαγραφία της αγάπης γίνεται μέρος της γενικής αρμονίας… Είναι η εποχή για μια νέα αρχή… για μια νέα ζωή… για ένα νέο χρόνο που θα τον μοιραστούμε σαν να είμαστε ένα…

Advertisements