Τα χείλια του ετοιμάζονται να μου προφέρουν ξανά εκατό φιλιά σ’ ένα χρονικό διάστημα τριάντα λεπτών. Τα δάχτυλά του τεντώνονται, χορεύουν, μακραίνουν, κυματίζουν πάνω στη γυμνή σάρκα μου. Περπατούν στα χέρια, στο στήθος, στο στομάχι, στα πόδια. Κρύβονται κάτω από τις τρίχες, αυτομαστιγώνονται, δένονται μεταξύ τους, προσδοκώντας μια αναγνώριση από μέρους μου. Γέρνω το κεφάλι μου για ν’ ακούσω τους ήχους που αφήνουν πίσω τους, διασκεδάζω με την αταξία τους, συνειδητοποιημένα συγκινούμαι νιώθοντας να με γρατσουνίζουν.

Το λιγοστό φως φιλτράρεται μέσα από τις κουρτίνες και φτάνει στα μάτια μου εντελώς αδύναμο. Η μουσική που αρχίζει ν’ ακούγεται κερδίζει τις εντυπώσεις. Το τραγούδι είναι γνωστό. Γέρνω το κεφάλι μου από την άλλη πλευρά. Εστιάζω το βλέμμα μου… σ’ αυτόν.

«Ξύπνα», μου λέει. Στο τόνο της φωνής του κρύβονται σε διαφορετικές μεταξύ τους αποχρώσεις ο ερωτισμός, η αγωνία, η αθωότητα. Προσπαθώ να ξεφύγω από το βάρος των σκεπασμάτων. Προσπαθώ να ξεφύγω από το κρεβάτι και να φτάσω στα πόδια του με ακμάζουσα ντροπή ως τροφή που θα την καταβροχθίσει το πεινασμένο κτήνος. Το βλέμμα του επικροτεί τις προσπάθειες μου. Η ανάσα μου βρίσκεται στα όρια να νικήσει την εκκωφαντική σιωπή που επικρατεί μετά το τέλος του τραγουδιού. Τα δευτερόλεπτα περνούν σαν λεπτά. Ένα νέο τραγούδι ακούγεται… βασανιστικά ρυθμικό. Το μέτωπό μου επιδιώκει να συμβιώσει με τα χείλια του…

«Είσαι τόσο όμορφος όταν κοιμάσαι», μου λέει. Ο τόνος της φωνής του είναι εξομολογητικός, και προορίζεται μόνο για τα αυτιά μου…

«Είσαι ο πιο συναρπαστικός άντρας που είχα ποτέ», του λέω…

Απλώνει τα χέρια του. Η δύναμή του ουρλιάζει, είναι έτοιμη να με λεηλατήσει. Κρύβομαι στην αγκαλιά του όπως ένα παιδί μου αναζητά άφεση αμαρτιών από τη μητέρα του μετά από μια μεγάλη ζαβολιά. Οικειοθελώς, απεγνωσμένα, συμμορφώνομαι στο σχήμα του κορμιού του. Με σκυμμένο το κεφάλι και τις παλάμες γυρισμένες, στηρίζομαι στο κρεβάτι και στα λυγισμένα πόδια μου. Σκύβει κι αυτός. Το γυμνό στήθος του σκεπάζει την πλάτη μου. Η σάρκα του χαϊδεύει τη σάρκα μου. Η χαμηλόφωνη φωνή του διαπερνά τις αισθήσεις μου. Τυλίγω τα χέρια μου γύρω από το κορμί του και τον κρατώ σφικτά. Φιλοδοξώ να εκπληρώσω το καθήκον μου, την υποχρέωσή μου.

Τα φιλιά του προσγειώνονται πρώτα στους ώμους. Η καρδιά μου χτυπάει τόσο δυνατά που φοβάμαι μήπως ξεριζωθεί από μόνη της και μεταναστεύσει κάπου αλλού… σε άλλα, νέα εδάφη, μπας και γλυτώσει. Τα δάχτυλά του εξετάζουν την έκταση που σκορπίστηκαν τα φιλιά. Το στόμα του μου προσφέρει νέα… πιο παθιασμένα… στους γοφούς, στα πόδια, στην πλάτη, στα χέρια… Κάθε φιλί εγκαινιάζει ένα νέο κόκκινο σημάδι. Τόσο ρουφηχτό είναι! Μου προσφέρει φιλιά χωρίς διακοπή… χωρίς σταματημό… Φτάνω στο σημείο να φωνάξω:

«Φτάνει πια»

Ευτυχώς με καταλαβαίνει και απομακρύνει το στόμα του πρόθυμα από πάνω μου αφήνοντάς με να χαλαρώσω. Ίσως και να είχε εξαντληθεί. Ακούω το λαχάνιασμα του. Τα χέρια του προσπαθούν να με σηκώσουν στην αγκαλιά του, να με συλλέξουν, να με στηρίξουν. Υπάρχουν πολλά περισσεύματα αγάπης και φροντίδας που θέλει να μου δώσει. Τα χάδια του επιδιορθώνουν και αποκαθιστούν το κορμί, το μυαλό, την καρδιά και το πνεύμα μου. Είμαι η επίσημη λατρεία του. Δεν μπορεί να κάνει κι αλλιώς. Δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο παρά να με λατρεύει, να με χαϊδεύει, να με θεραπεύει, να μ’ αγαπά. Γλιστρώ ενάντια στο στήθος του και αναδύομαι μέσα από τα χέρια του. Ήρθε η δική μου σειρά να τον φιλήσω, να τον γεμίσω με φιλιά, να του ψιθυρίσω…

«Δεν τελειώσαμε»

Advertisements