Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε έξυπνο, όχι όμως επιτυχημένο. Τουλάχιστον με τα στάνταρντ που ίσχυαν μέχρι χθες. Η αποτυχία στις πανελλήνιες εξετάσεις ήταν ένα χτύπημα γι’ αυτόν. Η μοναδική επιτυχία του ήταν ν’ ακολουθήσει το δρόμο των χιλιάδων-λεγομένων- αποτυχημένων νέων: Μια θέση στο Δημόσιο, δώρο στον πατέρα του από τον βουλευτή του Νομού. Η βάση της επιτυχίας.

«Γνωρίζεις κι ένα καλό κορίτσι μετά… άντε», είπε η μητέρα του σε μια προσπάθεια ν τον παρηγορήσει.

Στην αρχή του κακοφάνηκε, αλλά μετά… όλα καλά! Σχεδόν.

Άλλη μια ημέρα δουλειάς είχε τελειώσει. Όχι ιδιαίτερα κουραστική. Πόσο μάλιστα για τον Πάνο, που το είχε υιοθετήσει στην προσπάθεια του να είναι τέλειος. Το καλοκαίρι πλησίαζε προς το τέλος του, η ζέστη όμως ήταν ανυπόφορη. Ευκαιρία για μια αλλαγή στο πρόγραμμα. Μια βόλτα με το αυτοκίνητο. Καλή ιδέα.

Ανέβηκε στο κόκκινο Fiat και ξεκίνησε. Η επαρχία άλλωστε δεν αντιμετωπίζει έντονο κυκλοφοριακό πρόβλημα. Ο ήλιος έκαιγε, κάπου κάπου φυσούσε κι ένα αεράκι, όλα όμως βρισκόταν σ’ ένα πύρινο κλοιό. Δεν μπορούσε να προφυλαχτεί. Η ιδέα και μόνο ότι θα έτρεχε και ο αέρας θα του χάιδευε τα μαλλιά ήταν η αιτία που αγόρασε αυτό το καμπριολέ αυτοκίνητο. Δεν είχε σκεφτεί όμως τον ήλιο. Κοιτούσε το δρόμο. Είχε δεν είχε μια εβδομάδα που ασφαλτοστρώθηκε. Η μυρωδιά της πίσσας του έπνιγε την ανάσα. Ζεματούσε. Πίστευε ότι έτρεχε σε φούρνο και ότι τα λάστιχα θα έλιωναν. Έκλεισε τα μάτια. Ο ήλιος τον ενοχλούσε τρομερά. Κυρίως στην περιοχή γύρω από τα μάτια. Τα βλέφαρά του κοκκίνισαν. Δε φτάνει που ήταν μονίμως μελαγχολικός, τώρα θα έδινε και την εντύπωση του κλαμένου.

Το κλείσιμο των ματιών κράτησε λίγο παραπάνω. Το πρώτο λάθος της ζωής του. Πίστεψε ότι είχε τον έλεγχο της ορατότητας. Και τότε ο τοίχος βρέθηκε μπροστά του. Κρίμα που ήταν αυτός το θύμα. Πάντοτε του άρεσαν τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα. Ιδιαίτερα όταν το αυτοκίνητο έπεφτε σε γκρεμό ή έστω σε χαράδρα. Και γύριζε πάνω κάτω, πάνω κάτω, μέχρι να καταλήξει στο βάθος, στο τέρμα του βάθους. Ο Πάνος αισθανόταν το κεφάλι του κενό, οι σκέψεις είχαν φύγει.

«Επιτέλους, μπορώ να κάνω διαλογισμό», σκέφτηκε.

Διέκρινε το πλήθος του κόσμου που είχε συγκεντρωθεί και το αυτοκίνητο του συμπιεσμένο τον τοίχο. Κανείς δεν τον πλησίασε για πολλή ώρα. Μόνο ένας σκύλος ήρθε δίπλα του, τον μύρισε και άρχισε να πίνει το αίμα που είχε αναμιχθεί με το νερό σε μια λακκούβα στο δρόμο. Του άρεσε. Έγλειφε, έγλειφε με μανία και ευχαρίστηση μαζί, μέχρι που δέχτηκε μια κλωτσιά στα καπούλια από έναν αστυνομικό και το έβαλε στα πόδια.

«Τον καημένο, θα ήθελε να ξεδιψάσει», σκέφτηκε ο Πάνος τη στιγμή που τον μετέφεραν στο νοσοκομείο με το ασθενοφόρο.

«Μα καλά, γιατί η επιγραφή στα ασθενοφόρα είναι γραμμένη ανάποδα;», αναρωτήθηκε. Ήταν η τελευταία του σκέψη.

Περνούσε δύσκολες ώρες ο Πάνος. Για πρώτη φορά αισθάνθηκε την ανάγκη να έχει κοντά του ένα φίλο. Ή έστω τον Στέλιο, το αγόρι του. Ο Στέλιος. Καλλιτέχνης της κακιάς ώρας. Επέμενε όμως. Φέτος θα έδινε για τρίτη φορά εξετάσεις στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Σίγουρα θα τον δεχόταν. Άρχισε να γίνεται ενοχλητικός. Τον βαρέθηκαν βρε παιδί μου.

Μια, δυο ημέρες… Την τρίτη ημέρα έκαναν την εμφάνιση τους οι συνάδελφοι από το γραφείο. Οι πέντε – έξι συνάδελφοι που ο Πάνος τους θεωρούσε υπο-άτομα, αλλά τους χρειαζότανε για να ανταλλάξει καμία κουβέντα στο γραφείο και κυρίως για να δείξει την ανωτερότητα του. Κατάχλομοι οι κακόμοιροι κοιτούσαν αριστερά και δεξιά ψάχνοντας για το γραφείο πληροφοριών. Η νοσοκόμα προσπαθούσε να τελειοποιήσει το σχήμα των νυχιών της λιμάροντας τα με επιμονή. Τους κοίταξε που περιφέρονταν σαν πρωταγωνίστριες σε ελληνική μελό ταινία.

«Να σας βοηθήσω…», είπε η νοσοκόμα συνεχίζοντας προκλητικά την προσπάθεια της.

«Ο νεαρός που φέρανε προχθές από το ατύχημα ποιο δωμάτιο είναι;», ρώτησε ο ένας απ’ αυτούς.

Ένα μικρό, επαρχιακό νοσοκομείο. Παλιά κατασκευή. Βαμμένο πράσινο. Πράσινο ανοιχτό, το χρώμα του μαρουλιού. Όλο δωμάτια. Όλο κρεβάτια. Ησυχία. Μια τσιγγάνων μόνο εμποδίζει το γιατρό να εξετάσει το παιδί της. Οι συνάδελφοι κατευθύνονται προς το δωμάτιο που τους έδειξε η νοσοκόμα. Δεν μπαίνουν μέσα. Περιμένουν. Περνά λίγη ώρα, μέχρι να κάνει την εμφάνιση του ο γιατρός από το χειρουργείο. Φορά ακόμα την πράσινη πόδια του.

«Γιατρέ, ο νεαρός που φέρανε προχθές…»

«Α, ναι… Συγγενής;», είπε και χαμογέλασε.

«Συνάδελφος. Λοιπόν, πως είναι;»

«Μια χαρά. Χρειάστηκε να κάνουμε μια επέμβαση στο φίλο σας. Το τζάμι είχε κόψει το μισό αυτί του. Εμείς, απλώς ολοκληρώσαμε…».

Ο Αντώνης ήταν ο μόνος που ξεχώριζε κάπως από τους υπόλοιπους συναδέλφους. Είχε σπουδάσει Φιλολογία. Ο διορισμός καθυστερούσε λόγω του Μνημονίου και αναγκάστηκε να δουλέψει. Ο Πάνος τον θεωρούσε μέτριο επιστήμονα γιατί είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του με το ζόρι. Σοκαρίστηκε από την απάντηση και την απάθεια του γιατρού. Φαντάσου τι σοβαρότερα περιστατικά έχουν ν’ αντιμετωπίσουν οι γιατροί, για να θεωρούν την έλλειψη ενός αυτιού μια ασήμαντη απώλεια.

«Ω! Μα γιατί κάνετε έτσι; Το αριστερό αυτί αφαιρέσαμε. Έπρεπε.

Ο Πάνος προσπαθούσε να συνηθίσει να ζει χωρίς αυτί. Είχε βρει επιτέλους μια σοβαρή δικαιολογία για να μένει στο σπίτι του. Ο προϊστάμενος του γραφείου αντιμετώπισε με ανθρωπιά την περίπτωση του και του φέρθηκε καλά. Μια πολυήμερη άδεια εγκρίθηκε με σχετική ευκολία από το υπηρεσιακό συμβούλιο. Οι γονείς του δεν ειδοποιήθηκαν. Δεν ήθελε να τους ενοχλήσει. Του είχαν πει όταν δέχτηκε το διορισμό στην επαρχία ότι πρέπει να είναι προσεκτικός. Οι συνάδελφοι από το γραφείο τον βοηθούσαν όσο ήταν δυνατό, αλλά ο Πάνος τους έδιωξε μια μέρα… την ημέρα που του πέρασε από το μυαλό ότι τον φρόντιζαν από οίκτο.

Ο χωρισμός του από τον Στέλιο ήταν ένα ακόμα χτύπημα στη ζωή του. Όχι ότι ήταν ικανοποιημένος από τη σχέση αυτή. Απλά, είχε βρει ένα άτομο το ίδιο περίεργο και ιδιόρρυθμο μ’ αυτόν και περνούσε η ώρα. Όχι, δεν ήταν ευχαριστημένος. Ούτε και με την ερωτική του ζωή. Ο εγωισμός του τον είχε κάνει ψυχρό, χωρίς αισθήματα. Η λέξη αγάπη δεν είχε θέση στο λεξιλόγιο του.

«Δεν κάνω έρωτα, προτιμώ να τραβάω μαλακία», έλεγε… «Γιατί να ικανοποιώ τον άλλο όταν εγώ δεν μένω ικανοποιημένος;» Κάτι τέτοια έλεγε και τον κοιτούσαν με μισό μάτι. Τα βιβλία του Φρόιντ, κυρίως όμως οι ατέλειωτες ώρες στο διαδίκτυο, είχαν κάνει τη ζημιά τους.

Την πρώτη μέρα που γύρισε στο σπίτι, ύστερα από μια εβδομάδα και κάτι στο νοσοκομείο, βρήκε ένα κουτάκι στο χαλάκι της πόρτας. Ένα κουτάκι απ’ αυτά που συνήθως βάζουν οι γυναίκες τα δαχτυλίδια. Ήταν από τον Στέλιο. Ξεκλείδωσε και μπήκε μέσα. Επιτέλους, βρισκόταν στο σπίτι του. Κάθισε στην πολυθρόνα, στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Άνοιξε το κουτάκι και το θέαμα που αντίκρισε τον έκανε έξω φρενών. Ήταν ένα σκουλαρίκι. Ο Στέλιος! Πάντα ο ίδιος, σαρκαστικός μέχρι αηδίας Στέλιος.

«Ένα σκουλαρικάκι για το ωραίο σου αυτάκι», έγραφε στο σημείωμα που είχε βάλει μέσα στο κουτάκι.

Όλη μέρα κλεισμένος μέσα στο σπίτι, δεν ήξερε τι να κάνει. Η τηλεόραση προσπαθούσε να φρεσκάρει τις χειμωνιάτικες μνήμες με τις επαναλήψεις που έδειχνε. Το θερινό σινεμά στη γωνία είχε κλείσει. Τι καλά που ήταν πριν! Ανέβαινε στην ταράτσα με το καρεκλάκι του και παρακολουθούσε τις ταινίες. Το ίδιο έκανε σχεδόν όλη η γειτονιά. Αποτέλεσμα; Το σινεμά έκλεισε και στη θέση του άνοιξε το «Συνεργείο ο Μήτσος»!

Κάθισε στο γραφείο του, άνοιξε τον υπολογιστή κι άρχισε να γράφει. Να γράφει ασταμάτητα. Δεν έσβηνε τις αράδες ακόμα κι αν δεν έβγαινε νόημα από τα γραφόμενα του. Σκέπτονταν κι έγραφε. Σελίδες, σελίδες γεμάτες λόγια, χωρίς νόημα οι περισσότερες. Ό, τι έβλεπε στα όνειρα του. Αγόρια κλεισμένα σε κορνίζες, ανθρώπους χωρίς κεφάλια, μάτια θεόρατα σαν βγαλμένα από τη μυθολογία που κοιτούσαν περίεργα και… πάντα πρωταγωνιστής ο σκύλος που γλύφει το αίμα. Γλείφει μέχρι να τελειώσει το αίμα και ύστερα κοίτα την πληγή. Εντάξει, δεν είναι όλα τόσο δραματικά.

Οι συνάδελφοι από το γραφείο έπαψαν να τον επισκέπτονται. Θύμωσαν μάλλον…

«Καλύτερα…», σκέφτηκε ο Πάνος και άνοιξε τα παράθυρα του δωματίου του επιτρέποντας το νοτιά να συνεχίσει την πορεία του. Απόψε θα ξαπλώνει νωρίς. Έβαλε ένα cd του Σοπέν ν’ ακούγεται. Αν ζούσε σήμερα, σίγουρα θα έγραφε μουσική για τα σκηνοθετική πονήματα της Στρέιζαντ. Ηρέμησε κάπως. Είχε από μικρός μια αγάπη για το πιάνο, όμως ο πλατωνικός έρωτας του με τον καθηγητή στο Ωδείο δεν του επέτρεψε να αναπτύξει τις δυνατότητες του. Ξάπλωσε και κοιτούσε το ταβάνι. Κοιτούσε τις σκιές που σχηματίζονταν από τα αντικείμενα μέσα στο δωμάτιο με αποτέλεσμα να μη καταλάβει το μικροσκοπικό πράγμα που μπήκε από το παράθυρο. Τα μάτια του είχαν αρχίσει να κλείνουν. Λίγο η κούραση από τη βαρεμάρα της ημέρας, λίγο η μουσική που πάντα τον νανούριζε και είχε ευεργετική επίδραση στη ψυχική του ηρεμία, συντέλεσαν σ’ αυτό.

Ξαφνικά, αισθάνθηκε ότι κάτι κινούνταν κάτω από το σεντόνι και εξερευνούσε το κορμί του. Τρόμαξε. «Κάποια γάτα θα μπήκε μέσα», σκέφτηκε. Είχε ξανασυμβεί. Φιλόζωος από μικρός, τάιζε δυο αδέσποτες γάτες που τριγυρνούσαν έξω από το σπίτι του κι αυτές οι καημένες τον θεωρούσαν κύριό τους και καμιά φορά έμπαιναν στο σπίτι. Κοίταξε συγκλονισμένος. Το αυτί του, το κομμένο αυτί του προσπαθούσε να μπει στο σλιπ του. Το άφησε να εισχωρήσει τρομοκρατημένος. Ίσως όμως και να του άρεσε. Είχε καιρό να αισθανθεί έτσι. Μικρά βογγητά ευχαρίστησης βγήκαν από το στόμα του, καθώς το αυτί προσπαθούσε να μπει μέσα του. Ο Πάνος άπλωσε το χέρι του, άρπαξε το αυτί και το έφερε στο στόμα του. Άρχισε να το γλείφει με μανία, μέχρι που αυτό μάτωσε και τα αίματα έτρεξαν στο πρόσωπό του. Συνέχισε να το γλείφει, όπως ακριβώς τον έγλειφε και το σκύλος του δυστυχήματος. Του άρεσε. Μετά, το άφησε να συνεχίσει την εξερεύνηση του κορμιού του.

Το πρωί που ξύπνησε δεν μπορούσε να πιστέψει το χθεσινοβραδινό συμβάν. Κοίταξε το κρεβάτι του. Δίπλα στο μαξιλάρι βρισκόταν το αυτί. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του. Είχε ξυπνήσει. Ευτυχώς. Είχε πιστέψει ότι παγιδεύτηκε σε κάποιο από τα όνειρα που έβλεπε. Ξαναπήγε στο δωμάτιο. Κοίταξε με απορία το αυτί. Ήταν γεμάτο αίματα. «Πρέπει να το καθαρίσω», σκέφτηκε.

Σηκώθηκε από την καρέκλα. Δεν είχε όρεξη να συνεχίσει το γράψιμο. Άλλωστε τα μάτια του είχαν κουραστεί. Δικαιολογίες. Το μυαλό του είχε σταματήσει στο χθες. Δεν είπε σε κανέναν τίποτα. «Πρέπει να βγω μια βόλτα, αλλιώς θα τρελαθώ», σκέφτηκε.

Φόρεσε το καπέλο του και βγήκε. Τα μαλλιά του είχαν μακρύνει αρκετά. Τώρα το πρόσεξε. Το μαύρο, κορακίσιο μαλλί ταιριάζει υπέροχα με τα πράσινα μάτια. Τα μεγάλα πράσινα μάτια του. Κανείς στο δρόμο δεν κατάλαβε τι ακριβώς συνέβαινε. Κάθισε στο παγκάκι μιας μικρής πλατείας. Απέναντί του μια κυρία τον κοιτούσε περίεργα. Την κοίταξε κι αυτός. Το μάτι της… κάπου το είχε ξαναδεί. Δεν θυμόταν όμως που.

Το απόγευμα βγήκε ξανά. Πήρε μαζί του και το αυτί. Αισθανόταν –άγνωστο γιατί- ότι ήταν ένα κανονικό ζευγάρι. Κάθισε κάτω από τη σκιά ενός δέντρου στο κορμί του οποίου δεκάδες άλλα ζευγάρια είχαν χαράξει τα ονόματά τους. Κάθισε στο γρασίδι και άρχισε να φιλάει το αυτί με πάθος. Η περιοχή ήταν ερημική. Κάποια στιγμή κατάλαβε πως ένα μάτι τους κοιτούσε από τον ουρανό. Ένα μάτι τεράστιο, σαν αυτό που έβλεπε στον ύπνο του. Συνέχισε να φιλάει το αυτί. Χωρίς ενοχές. Για πρώτη φορά στη ζωή του περνούσε ωραία και ήταν ευχαριστημένος.

Το επόμενο μεσημέρι, επιστρέφοντας από μια ακόμη βόλτα, ήταν εξαντλημένος, αλλά έπρεπε να φροντίσει για την καθαριότητα του αυτιού. Πήρε μια μπατονέτα και την έχωσε μέσα του. Τη γύρισε ώστε να καθαρίσει όλα τα τοιχώματά του. Του φάνηκε ότι το αυτί μεγάλωνε και γινόταν τεράστιο… θεόρατο. Συνέχισε με μεγαλύτερο πάθος το καθάρισμα…

Ο Αύγουστος κύλησε γρήγορα… βρισκόταν πλέον στο τέλος του. Το ίδιο και η άδεια του Πάνου από το γραφείο. Κάθισε στην πολυθρόνα του. Θυμήθηκε τη δουλειά του και το χάος που επικρατούσε στην υπηρεσία του. Οι σκέψεις του διακόπηκαν από το πληκτρολόγιο του υπολογιστή. Κοίταξε προς τα πίσω…

«Τι περίεργο…», σκέφτηκε τρομαγμένος.

Έκλεισε τα μάτια του. Είχαν συμβεί τόσα πολλά στη ζωή του που άρχισε να υποψιάζεται μήπως έχει μπερδέψει τον κόσμο των ονείρων του με την πραγματικότητα. Σηκώθηκε και κοίταξε την οθόνη του υπολογιστή. Φοβήθηκε. Μια απειλή απλωνόταν μπροστά του. Κάποιος του έγραφε να αποχωριστεί το αυτί του. Είχε συνηθίσει πια στην ιδέα ότι από το αριστερό τμήμα του κεφαλιού του θα έλειπε κάτι. Το κοίταξε. Έπρεπε να τον κοιτά κι αυτό. Το πήρε στο χέρι του και το φίλησε.

Δεν θυμόταν τι είχε συμβεί στο νοσοκομείο. Θυμόταν όμως το πρόσωπο του γιατρού. Ένας ψηλός, όμορφος άντρας με μόνιμο, αισθησιακό χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που σε προκαλούσε ή να τον ερωτευτείς ή να τον χτυπήσεις. Για πρώτη φορά στη ζωή του πήρε τηλέφωνο τον Αντώνη. Ίσως αυτός να γνώριζε. Τον είχε επισκεφτεί και σίγουρα θα ενδιαφέρθηκε να μάθει το όνομά του.

«Καλημέρα Αντώνη, ο Πάνος είμαι…». Δεν μίλησε περί ανέμων και υδάτων. Διέθετε ένα πρακτικό μυαλό. Κατευθείαν στο θέμα. Βαριόταν τρομερά να μιλά στο τηλέφωνο, και μάλιστα με τις ώρες. Προτιμούσε να μιλά με κάποιον έχοντάς τον απέναντί του. Να τον κοιτά. Να παρατηρεί την κίνηση των ματιών, του στόματος… των χεριών. Να καταλαβαίνει το βαθμό της ειλικρίνειάς του. Όταν κάποιος χαμηλώνει το βλέμμα του, λέει ψέματα. Κατευθείαν στο θέμα, λοιπόν.

«Θωμάς Πέτρου; Σ’ ευχαριστώ πολύ», του είπε…

Έκλεισε ικανοποιημένος το τηλέφωνο. Ωραία. Είχε μάθει το όνομά του. Τώρα θα ήταν όλα πιο εύκολα. Κοίταξε το αυτί. Αν είχε στόμα, σίγουρα θα του χαμογελούσε. Το ραντεβού με τον γιατρό κλείστηκε για την επόμενη ημέρα. Θα μπορούσε και για σήμερα, όμως δεν βιαζόταν. Ήθελε να περάσει ακόμα μια βραδιά με το αυτί του. Την τελευταία ίσως. Ξάπλωσε.

Δεν τον χάρηκε τον ύπνο. Πρέπει να ξημέρωσε νωρίς. Άλλες φορές οι νύχτες του φαινόταν ατελείωτες. Μπορεί και να μην κοιμήθηκε καθόλου. Σηκώθηκε και έριξε μια ματιά στον καθρέφτη. Μαύροι κύκλοι είχαν απλωθεί κάτω από τα μάτια του. Δεν είχαν σχηματιστεί, είχαν απλωθεί. Δεν είχε όρεξη για τίποτα. Για μια στιγμή σκέφτηκε να ακυρώσει το ραντεβού με το γιατρό. Μέχρι το βράδυ όμως είχε καιρό…

Η έλλειψη του αυτιού δεν φαινόταν. Ο Πάνος είχε σκεφτεί να φορέσει ένα καπέλο καλοκαιρινό, απ’ αυτά που φοράμε στη θάλασσα όταν κάνουμε ηλιοθεραπεία. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακός. Στην αρχή και οι δυο ήταν φοβισμένοι και διστακτικοί, παρόλο που διάλεξαν αυτό το μικρό ταβερνάκι λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη. Κοιτούσε συνέχεια το γιατρό που μιλούσε… μιλούσε για την ιατρική, τις αρρώστιες, τις θεραπείες. Τον βαρέθηκε. Απεχθανόταν τους ανθρώπους που μιλούσαν συνέχεια για τα ίδια ανιαρά πράγματα.

«Κύριε Πέτρου…», του είπε…

«Σε παρακαλώ. Ας μιλάμε με τα μικρά μας ονόματα. Θωμάς. Πάνος. Τι λες;», είπε ο γιατρός.

Τι να πει; Ότι τον βαρέθηκε; Κοίταξε το πιάτο του. Το φαγητό ήταν άνοστο. Πήρε το ποτήρι με το κρασί και το τοποθέτησε στο στόμα του. Ήπιε. Θυμήθηκε το περσινό ταξίδι του στην Ιταλία. Εκεί έμαθε τα μυστικά του κρασιού. Οι Ιταλοί ξέρουν να χαίρονται το καλό κρασί, όπως οι Ιάπωνες το καλό τσάι. Το χύνουν σε μεγάλα, πλατύστομα ποτήρια και το απολαμβάνουν και με τις πέντε αισθήσεις τους. Με τις ώρες που περνούσαν ο πάγος άρχισε να σπάζει. Βοηθούσε σ’ αυτό και ο χαμηλός φωτισμός της ταβέρνας και το κρασί που καταναλωνόταν σε μεγάλες ποσότητες.

«Λοιπόν;», ρώτησε ο Πάνος με ναζιάρικη φωνή. Όχι ότι το ήθελε. Το κρασί είχε αρχίσει να επηρεάζει τα εγκεφαλικό του κύτταρα.

«Πραγματικά, Πάνο, χάρηκα που βγήκαμε έξω…», του απάντησε ο γιατρός. «Ξέρεις, δε συνηθίζω να βγαίνω με τους πελάτες μου. Αλλά μ’ εσένα, δεν ξέρω… Κάτι με μαγνητίζει πάνω σου. Αλήθεια. Είσαι τόσο παράξενος», του είπε.

Σιχαινόταν όσο τίποτε άλλο τα ερωτόλογα. Τα θεωρούσε πολύ κοινά… χωρίς έμπνευση. Άραγε σε πόσους άλλους να είχε πει ακριβώς τα ίδια λόγια. Τον κοίταξε. Κοίταξε το αυτί του. Και τα δυο του αυτιά. Τον πλησίασε και του ψιθύρισε:

«Πάμε να φύγουμε. Θέλω τόσο πολύ να κάνουμε έρωτα»

Έφυγαν και ανέβηκαν στο αυτοκίνητο. Η λάμπα στο δρόμο είχε χαλάσει. Αναβόσβηνε. Μια εβδομάδα ακόμα και θα έκανε την εμφάνισή του στο γραφείο. Φθινόπωρο πια. Άφησε το παράθυρο του αυτοκινήτου ανοικτό. Ο αέρας φυσούσε σαν μανιακός, κάνοντας πρόβες για τη νέα εποχή. Τα δέντρα υποκλινόταν μπροστά του. Τόσο ξαφνικά. Σκέφτηκε μήπως θα έπρεπε να πάρει ένα σακάκι μαζί του ή έστω μια ζακέτα. Σκέψεις γέμισαν ξανά το μυαλό του. Κατά βάθος είχε συμπαθήσει το γιατρό. Δεν ήθελε να του κάνει κακό. Σκέφτηκε το αυτί του. Αυτός γιατί άραγε να επέλεξε να του το κόψει; Δεν είχαν μιλήσει καθόλου γι’ αυτό. Ξέχασαν. Στο τζάμι του αυτοκινήτου έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτες ψιχάλες. Έπρεπε να τον φοβίσει… να τον κάνει να φύγει από μόνος του. Είχε μια ευκαιρία.

«Σταμάτα εδώ», του είπε

«Εδώ;», ρώτησε με απορία και έκπληξη μαζί ο γιατρός… «Στο νεκροταφείο;»

«Δεν σου αρέσει να δοκιμάζεις καινούρια μέρη;», τον ρώτησε

Σταμάτησαν. Κατέβηκαν. Η πόρτα του νεκροταφείου ήταν ανοικτή, μάλλον από τον αέρα. Στο καμαράκι του φύλακα διακρινόταν ένα χαμηλό φως. Προχώρησαν και οι δυο με φόβο.

«Μου αρέσει να περπατώ στους διαδρόμους ενός νεκροταφείου», είπε ο Πάνος. Έλεγε ψέματα. Πρώτη φορά πατούσε το πόδι του. Ούτε στην κηδεία της αγαπημένης του γιαγιάς δεν είχε έρθει. Είχε όμως μια άνεση να κρύβει καλά τον εαυτό του, τους φόβους του. Το φεγγάρι είχε κρυφτεί από το πλήθος των σύννεφων που είχαν συγκεντρωθεί στον πρώην έναστρο ουρανό. Η ψιχάλα άρχισε να δυναμώνει. Θα έβρεχε για τα καλά. Άρχισε να τρέχει. Του άρεσε η βροχή. Από μικρό του άρεσε. Όταν έβρεχε ήταν πάντα χαρούμενος. Ο γιατρός τον ακολούθησε. Δεν μπορούσε να τον διακρίνει στο σκοτάδι. Μόνο όταν άστραφτε τον έβλεπε

«Πάνο…», φώναξε

«Εδώ. Έλα…», του είπε

Ετοιμάστηκε να ξαπλώσει σ’ ένα μεγάλο, οικογενειακό τάφο. Ο γιατρός πλησίασε.

«Ξέρεις τι όμορφα αισθάνεσαι καθισμένος πάνω στο παγωμένο μάρμαρο; Νομίζεις ότι είσαι ένα με το νεκρό», είπε ο Πάνος, παροτρύνοντας το γιατρό να ξαπλώσει κι αυτός. Ο αέρας συνέχισε να φυσά. Ο γιατρός ξάπλωσε. Οι προσπάθειες του Πάνου να τον τρομάξει δεν πέτυχαν. Δεν έφευγε. Ποιος ξέρει γιατί. Ξεκούμπωσε το παντελόνι, το κατέβασε και έπεσε πάνω του. Πέρασε λίγη ώρα. Μια σπαρακτική κραυγή ακούστηκε. Το σκοτάδι την έκανε ν’ ακούγεται δυνατότερα. Ο τάφος ποτίστηκε με αίμα. Έβρεχε. Ο Πάνος σε άθλια κατάσταση, με το νυχοκόπτη στο ένα χέρι και το αυτί του γιατρού στο άλλο, άρχισε να τρέχει. Κάπου σκόνταψε. Το μοναδικό του εμπόδιο. Ένας σκύλος γαύγισε δαιμονισμένα. Κρύφτηκε. Ο φύλακας βγήκε έξω. Φαινόταν συνηθισμένος σε κάτι τέτοια περιστατικά.

«Α, να μου χαθείτε, παλιοσατανιστές», είπε…

Έβρεχε. Τα αίματα από τον τάφο ανακατεμένα με τη βροχή είχαν σχηματίσει ένα ρυάκι μπροστά στα πόδια του φύλακα. Ο σκύλος το είδε, κι άρχισε να γλείφει. Ένα μάτι κοιτούσε.

Ανέβηκε γρήγορα τα σκαλιά. Έφτασε στο διαμέρισμά του. Τα κλειδιά; Μάλλον του είχαν πέσει. Κοίταξε το μαχαιράκι που κρατούσε στο χέρι του. Είχε ακόμη αίμα. Το έχωσε στην κλειδαριά και άνοιξε. Πόση ησυχία! Κάθισε στην πιο κοντινή καρέκλα. Αναλογίστηκε την πράξη του. Καλά λένε οι επιστήμονες ότι άτομα με υψηλό δείκτη νοημοσύνης είναι ικανά για το πιο σατανικό έγκλημα. Σκοτάδι. Του φάνηκε πως άνοιγαν τα συρτάρια και έβγαιναν φίδια με ανθρώπινα πρόσωπα από μέσα. Τον πλησίαζαν, τον πλησίαζαν, μέχρι που σηκώθηκε και άναψε τα φώτα. Πήγε στο δωμάτιο του. Το αυτί περίμενε. Το πλησίασε.

«Τα κατάφερα, αγάπη μου…», είπε κλαίγοντας και το άρπαξε. Δεν το φίλησε. Το τοποθέτησε στο αριστερό μέρος του κεφαλιού του. Στη θέση του. Το αυτί ενώθηκε. Κάθισε μπροστά στον καθρέφτη και το κοιτούσε. Όπως πριν. Καμία διαφορά. Σηκώθηκε. Ήθελε να γράψει τις σκέψεις του. Σε ένα χαρτί Α4 είχε εκτυπώσει το μήνυμα που είχε διαβάσει στον υπολογιστή εκείνη την ημέρα.

«Για να μη ζωντανέψω ξανά, πρέπει να με τρυπήσεις»

Ποτέ στη ζωή του δεν είχε τρυπήσει τα αυτιά του. Δεν ήθελε. Τώρα όμως έπρεπε. Έπρεπε να το τρυπήσει. Να το έχει νεκρό πάνω του. Δεν περίμενε να ξημερώσει. Πήρε μια καρφίτσα και κάθισε μπροστά στον καθρέφτη. Κοίταξε το αυτί. Το αριστερό αυτί. Παρόλο που δεν τολμούσε να το κάνει, κάτι την έσπρωχνε να προχωρήσει. Έκλεισε τα μάτια και άφησε την καρφίτσα να διαπεράσει το δέρμα του αυτιού. Ίσως να πόνεσε. Δεν έτρεξε αίμα. Μόνο ένα δάκρυ στο μάγουλό του…

Advertisements