Στην κενότητα της σκοτεινής σοφίτας, εκεί όπου ακόμα και το όμορφο φαίνεται ως τίποτα…

…συναντιόμαστε…

…όπως ορίζει η μοίρα, την ώρα τούτη…

Και κρατιόμαστε από τα χέρια

Και φιλιόμαστε…

Χωρίς να βλέπουμε κάτι…

Τίποτα.

Ποιος είμαι; Ποιος είσαι εσύ; Τι είμαστε;

Ακούς το χαμόγελό μου, τον ήχο του φιλιού μου στο μέτωπό σου, νιώθεις ένα μικρό, ζεστό σημείο στο δόξα πατρί… κι ένα υγρό σημάδι…

«Είμαι αυτός που θα σου δώσει ένα φιλί τόσο έντονο που θα το θυμάται το δέρμα σου μέχρι να πάθει άνοια»

Τι;

«Είσαι η διψασμένη επιδερμίδα που περίμενε αυτό το φιλί»

Δεν καταλαβαίνω…

«Είμαστε το φιλί»

Σε μια από τις γωνιές αυτής της σκοτεινής σοφίτας αραχνιάζει η σημαία κάποιας χώρας που έχασε το όνομά της πληρώνοντας λάθη της ιστορίας της

Τελευταία φορά που την υψώσαμε μαζί με το κοντάρι στο μπαλκόνι ήταν τη χρονιά που ζούσε ο πατέρας μου

Τώρα κείτεται σαν ηττημένος Δον Κιχώτης που αντί να συγκρουστεί και να νικήσει τους εχθρούς έπεσε κατά λάθος πάνω σ’ ένα ανεμόμυλο

Το έντονο κρύο της βραδιάς ξεπερνιέται μόνο όταν η σάρκα έρθει σ’ επαφή με τη σάρκα… με τη ζεστή σάρκα

«Θα μπορούμε άραγε να συναντιόμαστε πιο συχνά, όπως τώρα;»

«Ναι»

Στο τελευταίο απομεινάρι της λέξης, στο γράμμα «ι», σκεπάζω το στόμα σου με το δικό μου

Φιλιόμαστε καταμεσής της σοφίτας, περιτριγυρισμένοι από σπασμένα κουφώματα και μισό σκισμένα βιβλία

Φιλιόμαστε όπως την πρώτη φορά που σε γνώρισα…

Τότε που ήσουν ένα αγόρι με σγουρά μαλλιά

Η ενίσχυση του φιλιού κάνει το πάτωμα να τρίζει

Ο δυνατός αέρας ανοίγει με βία το παράθυρο

«Τι θα κάνουμε τώρα;», ψιθυρίζεις κόντρα στον άνεμο

Κρύβω το πρόσωπό μου στα πυκνά του μαλλιά και ψιθυρίζω:

Έρωτα.

Advertisements