Η ώρα είναι περασμένη… Κάθομαι στο γραφείο… Χωρίς διάθεση να δουλέψω, κοιτάζω από το παράθυρο τι γίνεται έξω. Φυσάει ένας δυνατός αέρας. Τα φύλλα των δέντρων, πορτοκαλί και κίτρινου χρώματος, αναγκάζονται από τη δύναμη της φύσης να πέσουν. Ρίχνω μια ματιά στην οθόνη του υπολογιστή. Ο όγκος της εργασίας είναι τεράστιος… ακόμα κι αν κινηθώ με γρήγορο ρυθμό δεν πρόκειται να τελειώσω τη δουλειά ούτε μέχρι το τέλος της επόμενης εβδομάδας. Αναστενάζω δυσαρεστημένος. Αποφασίζω ότι ένα διάλειμμα για μια μικρή βόλτα είναι περισσότερο χρήσιμο από ποτέ. Απενεργοποιώ, λοιπόν, τον υπολογιστή και βγαίνω έξω.

Ο αέρας χαϊδεύει το πρόσωπό μου και ανακατεύει τα μαλλιά μου. Χαμογελώ. Πατώ με τα παπούτσια μου τα πεσμένα φύλλα και τα τσαλακώνω όσο πρέπει. Η μυρωδιά του ξηρού φύλλου ξυπνά μια απροσδόκητη χαρά μέσα μου. Η βόλτα διαρκεί περισσότερο από μισή ώρα. Είναι απόλαυση ο συνδυασμός του αέρα και του ζεστού ήλιου… Όταν ήμουν μικρός, η μητέρα μου έλεγε ότι τα φύλλα των δέντρων τα ρίχνουν οι νεράιδες… ένα – ένα κάθε φορά, στο σημείο που οι ίδιες θα κρίνουν κατάλληλο. Όταν βαδίζω πάνω τους, αγνοώντας τον θόρυβο που κάνουν, θυμάμαι πάντα την ιστορία αυτή…

Η επιστροφή στο γραφείο διαρκεί πολύ λίγο. Ξεγελώ τον εαυτό μου ότι η δουλειά πηγαίνει καλά και υπόσχομαι να συνεχίσω και να δώσω το μέγιστο των δυνατοτήτων μου την αυριανή ημέρα. Κάπως έτσι μένω ευχαριστημένος και αποχωρώ για το σπίτι…

Το σπίτι, με το που μπαίνω, μυρίζει φρέσκο ψωμί από το γειτονικό φούρνο και ψητό κοτόπουλο με πατάτες. Κατευθύνομαι με γοργά βήματα προς τη κουζίνα… «Μυρίζει τόσο τέλεια εδώ», λέω… βαδίζω προς το μέρος του, τον πλησιάζω… και κοντοστέκομαι μπροστά του λίγο προτού σκύψω και φιλήσω το λαιμό του. Βάζει τα γέλια… «Είπα να μαγειρέψω…», λέει και τυλίγοντας τα χέρια του γύρω από το κορμί μου, επιστρέφει το φιλί που του έδωσα με την ίδια ακριβώς ένταση… «Δηλαδή θα φάμε εδώ;», ρωτώ για να σιγουρέψω το ότι δεν θα φάμε κάπου έξω… «Φυσικά», λέει και ακουμπά στο τραπέζι το καλάθι με το ψωμί…

Αργότερα, και αφού ολοκληρωθεί το δείπνο, πηγαίνοντας για ύπνο, δεν μπορώ να τον αφήσω από την αγκαλιά μου. Μεθυσμένος από το κόκκινο κρασί που ήπιαμε, τον φιλώ, τον αγγίζω, τον κρατώ σφικτά… Τα φιλιά μας έχουν γεύση ψητού κοτόπουλου, πατάτας και κρασιού. Κυλώ τα δάχτυλά μου σε ολόκληρο το κορμί του, όπως το αεράκι που νωρίς το απόγευμα με κράτησε συντροφιά στη βόλτα μου… Εκείνος απαντά με φιλιά και πινελιές με την άκρη της γλώσσας του, κάνοντας το κορμί μου ν’ αντιδρά και τη φωνή μου να μη μπορεί να βγει από το στόμα από τα διαρκή λαχανιάσματα. Μια φωτεινότητα σαν του ρουμπινιού εγκαθίσταται στα μάτια του, έτσι όπως τα κοιτώ προσεκτικά για να μετρήσω το βαθμό ευχαρίστησης του… Τα χέρια μου τον κρατούν σταθερό στο έλεος του πάθους μου μέχρις ότου μετακομίσουμε στο κρεβάτι φορτωμένοι με μια γλυκιά κούραση… Ξαπλωμένοι πλέον, αφήνουμε στην άκρη τις μετρημένες κινήσεις και δίνουμε το ΟΚ στο ρυθμό ώστε να επιταχυνθεί. Αναστεναγμοί απόλαυσης γεμίζουν τα αυτιά μας. Το πάθος σιγά – σιγά κορυφώνεται με τη συνοδεία ενός χαριτωμένου, χαρούμενου ρίγους…

Με τα άκρα μας περιπλεγμένα, αρδεύω το σάλιο από το στόμα του και μετά βάζω τα γέλια… έτσι χωρίς λόγο… χωρίς αφορμή… κι αμέσως μετά αφήνω τις γλώσσες μας να τελειώσουν το χορό που είχαν ξεκινήσει, υπό το φως της ημισελήνου…

Advertisements