Ήρθα. Είδα. Μου άρεσε αυτό που είδα… Γι’ αυτό ήρθα και πάλι…

Σε παρακολούθησα κρυφά από την άκρη του διαδρόμου. Σε ακολούθησα αθόρυβα. Δεν κατάλαβες ότι βρισκόμουν ακριβώς από πίσω σου. Στην πραγματικότητα πίστευες πως δεν είχα επιστρέψει ακόμα από τη δουλειά. Ώρες ατελείωτες πριν σκεφτόμουν πώς να σε πλησιάσω, πώς να σε αιφνιδιάσω, ώρες ατελείωτες κρατούσα την ελπίδα να σημαδέψω με την παρουσία μου έστω κι ένα λεπτό από το χρόνο σου, από τη ζωή σου…

Σε είδα…

Είδα τα μαλλιά σου, ένα ακατέργαστο πλήθος μπουκλών ν’ ανακατεύονται μεταξύ τους, ν’ αναμιγνύονται με τα φρύδια και με τις αποχρώσεις της φωτισμένης από το αμυδρό φως ίριδας του αριστερού σου ματιού. Σε είδα να τις χτενίζεις απαλά προς τα πίσω αποκαλύπτοντας την ομορφιά του προσώπου σου. Είδα το χαμόγελό σου. Αισθάνθηκα την ισχύ της μεταδοτικότητάς του. Είδα τα χείλη σου, το λάγνο κόκκινο χρώμα των χειλιών σου. Ένιωσα τη κάψα της ανάσας σου…

Σε είδα…

Σε είδα που ξάπλωσες στο κρεβάτι, στη δική μου πλευρά. Τα κύματα των μπουκλών σου αναπαύτηκαν ειρηνικά πάνω στο μαξιλάρι. Είδα το στήθος σου ν’ ανασηκώνεται σε κάθε ανάσα που έπαιρνες. Μέτρησα τις εισπνοές, τις εκπνοές… Χαλάρωσα… Είδα το χαμόγελό σου κι άρχισα να ονειρεύομαι. Πλησίασα. Η αγκαλιά σου ήταν γλυκιά, ζεστή, φιλόξενη. Έσκυψα και κούρνιασα μέσα σου, εισπνέοντας το άρωμά σου…

Ένας απελπιστικά σιγανός αναστεναγμός… ένα υποκοριστικό αναστεναγμού βγήκε από τα χείλη σου όταν πλησίασα τα χείλη μου σε απόσταση αναπνοής. Ήταν μια προσπάθεια υπεκφυγής; Απέτυχες…

Σε φίλησα…

Advertisements