… κι έτσι όπως ήμουν ξαπλωμένος νωχελικά στον καναπέ, τις προάλλες …

χαλαρώνοντας το βλέμμα μου στα συγκεντρωμένα γκρι σύννεφα ψηλά στον ουρανό…

… έπιασα τον εαυτό μου να ερεθίζεται, από ένα αθώο πέρασμα του χεριού μου πάνω στον καβάλο μου.

Ασυναίσθητα, ή καλύτερα ενστικτωδώς, άφησα τα δάχτυλά μου να βαδίσουν μέσα στο σλιπ μου και να χαϊδέψουν ό, τι συναντήσουν μπροστά τους…

Καθώς τα σωθικά μου άρχισαν να ζεσταίνονται, έγλειψα με πείνα τα χείλια μου, δεν σταμάτησα όμως να κοιτώ ψηλά στον ουρανό.

Θαρρώ πως το πρόσωπό μου φόρεσε ένα χαμόγελο…

Δεν αναρωτήθηκα το γιατί.

Τεντώνοντας τα πόδια μου, σήκωσα τη μπλούζα μου απογυμνώνοντας τους κοιλιακούς μου… το σημείο του κορμιού μου που θα ήθελες να δεις… πιστεύω…

Θα μπορούσα με τη σκέψη μου και μόνο να πιέσω τον εαυτό μου να χύσει…

Δεν είναι δα, τόσο δύσκολο…

Να, γλιστρώντας τα δάχτυλά μου πάνω – κάτω… και τσιμπώντας με παιδιάστικο τρόπο την υγρή, πρησμένη βάλανο… βρέθηκα να χαϊδεύω το μήκος του σκληρού, σηκωμένου πούτσου μου.

Καταπίνοντας τα σάλια μου, αργά… συνειδητοποίησα την απίστευτα λεία επιφάνεια του

Η επόμενη κίνησή μου ήταν να σε δελεάσω –είναι ένα από τα πράγματα που ξέρω πολύ καλά να κάνω- καλώντας σε στο τηλέφωνο.

Η σέξι φωνή σου βρέθηκε αμέσως στο αυτί μου…

«Παρακαλώ…»

«Τον παίζω, περιμένοντας να έρθεις… Θέλω ν’ αφήσεις το τηλέφωνο ανοικτό όσο θα χύνω για σένα… Έγινα σαφής;»

«Ναι…»

«Πες μου μόνο τι θέλεις ν’ ακούς…»

«Τίποτα. Μόνο τους αναστεναγμούς σου ν’ αντηχούν…»

Τον άφησα ν’ ακούει… πότε μια γκρίνια… πότε ένα ηχηρό βογκητό… πότε έναν αναστεναγμό…

«Αναρωτιέσαι τι αισθάνομαι;»

«Μμμμ… ναι. Αναρωτιέμαι αν… αν ήμουν εκεί… αν… αν όλο αυτό θα ήταν περιττό»

«Περιττό;… Σίγουρα θα ήταν περισσότερο αληθινό»

Advertisements