Άσε με να σε δελεάσω…

Άσε με να σε πάρω από το χέρι και να σε οδηγήσω κάπου ψηλά, κάπου ανάμεσα στη γη και στον ουρανό. Ναι, καλά κατάλαβες. Θ’ ανεβούμε στη κορυφή του λόφου. Εκεί, θα σε αγκαλιάσω και θα σου προσφέρω μια εμπειρία που δεν είχες τολμήσει, δεν είχες επιτρέψει στον εαυτό σου να ονειρευτεί…

… μέχρι σήμερα…

Φαντάσου πως εκεί ψηλά υπάρχει παγκάκι. Η θέα είναι μαγευτική. Μπροστά μας απλώνεται ολόκληρη η πόλη. Μπορούμε να δούμε με μια ματιά τα πιο σημαντικά αξιοθέατά της. Μπορούμε ν’ ακούσουμε τους ήχους μιας κοινωνίας κοινότυπης, πουριτανικής. Η ζεστασιά του ήλιου θα διατηρηθεί για λίγο ακόμα και θα κρατήσει μακριά το σκοτάδι… όσο ακριβώς χρειάζεται… μόνο τόσο… μέχρι να ολοκληρωθεί η αμοιβαία ευχαρίστηση.

Δυο άνθρωποι: Εσύ κι εγώ, πίνοντας μπύρες… μοιραζόμαστε σκέψεις για τη ζωή… γενικά… μέχρι που κάποιος από τους δυο μας ν’ αρπάξει την ευκαιρία… μέχρι να ξεκινήσει η ομαλή μετάβαση προς την εκπλήρωση κάθε επιθυμίας. Τα χέρια κινούνται για να χαϊδέψουν τρυφερά, υπομονετικά, εν γνώσει μας… Η απαλότητα των χειλιών προσφέρει φιλιά αραχνοΰφαντα, εξαιρετικής ποιότητας… γλυκά σαν το μέλι…

Οι μετρημένες κινήσεις ενθαρρύνουν τα ανταποδοτικά χάδια με την ίδια πάντα τρυφερότητα. Τη στιγμή που βγάζουμε τις μπλούζες μας και οι ερεθισμένες ρόγες μας καρφώνουν σαν ξίφη τα κορμιά μας, ένα ηλεκτρικό ρεύμα διαπερνά τη σπονδυλική μου στήλη…. Σίγουρα και τη δική σου… Τα παθιασμένα, πλέον φιλιά, μας βουλιάζουν σ’ έναν ωκεανό έντονων συναισθημάτων… Οι γραμμές των νυχιών μου από τους ώμους σου στο στήθος σου δημιουργούν εκρήξεις σ’ ολόκληρο το κορμί σου, ενώ τα χείλια μου εξερευνούν τη γύμνια που συναντούν στο πέρασμά τους. Ο καταρράκτης των αναστεναγμών σου δεν μου αφήνει καμία αμφιβολία. Έχεις παραδοθεί για τα καλά στην απόλαυση… ξεδιάντροπα… έτσι όπως αρμόζει στο φύλο σου.

Με ανάσες, φιλιά, γλειψίματα, ψάχνω τα όρια των αντοχών σου. Ψάχνω επιφανειακά και κατόπιν βαθιά, πολύ βαθιά… Μικρά πυροτεχνήματα ξεπετιούνται από τις απολήξεις των νεύρων σου, καθώς οι εκρήξεις πάθους πολλαπλασιάζονται. Μια ναρκωτική θαμπάδα απλώνεται μπροστά μου που μ’ εμποδίζει να δω την ευχαρίστηση στο πρόσωπό σου. Ευτυχώς, μπορώ ν’ ακούσω τις κραυγές της ευχαρίστησης. Ναι, είναι δικές σου. Πηγάζουν από το στόμα σου…

Υπομονετικά, σαν σκηνοθέτης στην κουΐντα, με σιωπηλή αγωνία, περιμένω την πρόσκληση να γίνουμε ένα ντουέτο… περιμένω να με καλωσορίσεις στο γλέντι σου… Το πάθος αναπαράγεται με τη δύναμη της φύσης. Παίρνει τη μορφή ενός ανεμοστρόβιλου που μας ρουφάει σταδιακά και μας μεταφέρει μέσα του, μέσα στο επίκεντρό του. Τα χείλια και τα δάχτυλα γλιστρούν συνδυαστικά πάνω στο κορμί σου, πειράζοντας και τεντώνοντας τη σάρκα… διευρύνοντας την έκσταση…

Κι όταν δεν μπορούμε να συγκρατηθούμε πια… όταν τα κορμιά μας ποθούν να λεηλατηθούν και να συγχωνευτούν, βρίσκουν από μόνα τους τρόπους να βρεθούν το ένα μέσα στο άλλο, φυσιολογικά, ανώδυνα. Τα μάτια μας έχουν αρπάξει το χρώμα του ενθουσιασμού… το χρώμα της απελευθέρωσης. Καθώς το πάθος αυξάνεται οι κινήσεις μας γίνονται πιο γρήγορες, σκληρές, αδίστακτες και αμείλικτες. Η έκρηξη των κυμάτων ξεσηκώνει κραυγές ολοκλήρωσης, αρκετά δυνατός για τον οποιοδήποτε να τις ακούσει.

Και φαντάσου… αυτό θα είναι απλώς η αρχή…

Λοιπόν, τι λες;

Θα μ’ αφήσεις να σε δελεάσω;

Advertisements