Σαν τον αίλουρο, πηδώ πάνω του και κρατιέμαι από τους ώμους του.

Κλείνω τα μάτια μου και παίρνω μια βαθιά ανάσα, σέρνοντας τη μύτη μου στο στέρνο του.

Το άρωμά του είναι τόσο πικάντικο που αισθάνομαι να παίρνουν φωτιά τα ρουθούνια μου.

Κουρνιάζω στη ζεστασιά του κορμιού του, αγκαλιάζοντάς το όσο πιο σφικτά… όσο πιο αυστηρά γίνεται, μέχρι που το δέρμα του γίνεται κατακόκκινο σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας.

Στην τάση μου να κυριαρχήσω, στην έκφραση της δύναμής μου, η απάντησή του είναι πνιχτοί αναστεναγμοί δύσπνοιας…

Κι ενώ τα κορμιά μας βράζουν από τη ζέστη κι από την κάψα του πάθους, νιώθω το πρόσωπό μου να λιώνει από την ανάσα του.

Το αίμα σιγοβράζει μέσα στις φλέβες μου.

Τα χείλη μου παραμονεύουν… ετοιμάζονται να μοιράσουν φιλιά, εκατοντάδες φιλιά…

Πώς θα μπορούσα να κρατηθώ από τη στιγμή που βρισκόμαστε τόσο κοντά, από τη στιγμή που μόνο μια αναγκαστική απόσταση χωρίζει τα στόματά μας;

Τρίβω το μέτωπό μου στο δικό του… και κοιτώντας τον στα μάτια, σπουδάζω τις σκέψεις του.

Πολλές φορές το βλέμμα ψιθυρίζει τις λέξεις που δεν μπορούν να ειπωθούν από ένα μισάνοιχτο στόμα.

Τα δάχτυλά μου αφήνουν τα αποτυπώματά τους πάνω στο κορμί του…

Βουρτσίζω απαλά τα μαλλιά του και γλείφω το τριχωτό της κεφαλής του.

Καυτός ιδρώτας κυλάει στους κροτάφους του.

Είναι η στιγμή που δεν υπάρχει καμία ανάγκη για λέξεις, παρά μόνο για πράξεις.

Το σούρουπο μας τραβάει μέσα του.

Τα συναισθήματα που νιώθω είναι πολύ ισχυρότερα απ’ ότι κι εγώ ο ίδιος περίμενα…

Σκύβω και φιλώ το μέτωπό του, τις κυματιστές βλεφαρίδες του, γνωρίζοντας ότι η αυγή θα μας βρει αγκαλιασμένους…

Advertisements